ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

Παίρνω πρώτη τη «σκυτάλη» στο ιστολόγιο του ΕΚΕΒΙ σκεπτόμενη την αξία της συγγραφικής διαδικασίας, την αγωνία και τις προσδοκίες που γεννάει, όσο και την αίσθηση που απομένει – τότε που το βιβλίο έχει βρει πια τον δρόμο του στις προθήκες των βιβλιοπωλείων και την αναγνωστική κρίση του κοινού…

Μετά την παράδοση του μυθιστορήματός μου «ΌΛΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ» είχα ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο: Έβλεπα τον εαυτό μου να ξυπνάει το πρωί και να βρίσκεται σ’ ένα άδειο σπίτι. Το σπίτι ήταν αναγνωρίσιμο. Ήταν το δικό μου σπίτι, αλλά δεν ήταν πλέον κατοικήσιμο. Τα έπιπλα, τα βιβλία, τα ρούχα, εξαρτήματα και όλες οι οικιακές συσκευές είχαν αναχωρήσει για κάπου αλλού, ενώ εγώ είχα απομείνει με ένα ανοίκειο κενό, έναν άδειο χώρο. Η κυρίαρχη αίσθηση ήταν πως έπρεπε, όπως τα έπιπλα, να φύγω κι εγώ. Το όνειρο επαναλαμβανόταν ανά τακτά διαστήματα και έδινα πρόχειρες ερμηνείες ανάλογα με τα συμβάντα της ημέρας, τα τρέχοντα γεγονότα και τα διάφορα παράξενα που άκουσα ή είδα.

Το όνειρο σταμάτησε να εμφανίζεται και πέρασε σχεδόν ένας ολόκληρος χρόνος για να το ερμηνεύσω, όταν κάποια αναπάντεχη στιγμή δοκίμασα την ίδια περίπου φευγαλέα αίσθηση με εκείνη του ονείρου: την αίσθηση ενός άδειου σπιτιού μετά τα μεθεόρτια, και την επιθυμία να απομακρυνθώ από εκεί.

Τα συναισθήματα ήταν ανάλογα με αυτά του πένθους, ή κάποιου επώδυνου αποχωρισμού, αλλά χρειάστηκε χρόνος για να τα αναγνωρίσω, όπως συμβαίνει και με κάθε σημαντική απώλεια.

Όλη αυτή η εμπειρία μού δημιούργησε διάφορες σκέψεις και ερωτήματα: Αν υποθέσουμε πως το μυθιστόρημα καθ’ όλη τη διάρκεια της παραγωγής του είναι ένα σπίτι που στεγάζει πέρα από τους χαρακτήρες κι εμάς που το γράφουμε, πού πάμε μετά το τέλος του; Ακόμη, ποια είναι η καινούργια σχέση μας με τον «χώρο» αυτόν
που επί σειρά ετών μας φιλοξένησε;

Πριν λίγες μέρες και λόγω των εορτών, βρέθηκα στον χώρο όπου εκτυλίσσεται μεγάλο μέρος της πλοκής του τελευταίου μυθιστορήματός μου, στο Καζίνο Λουτρακίου. Δεν είχα ξαναπάει εκεί, από τότε που παρέδωσα το χειρόγραφο, αλλά η παρέα και το πνεύμα των ημερών με οδήγησαν, ξανά, εκεί.

Αυτή τη φορά, λειτούργησα ως αποστασιοποιημένη παρατηρητής, αλλά διέκρινα πως ένα μέρος της γοητείας του χώρου είχε χαθεί. Πιθανόν να οφειλόταν στην κρίση και την οικονομική στενότητα των θαμώνων. Ο αριθμός των παικτών ήταν μειωμένος παρότι ήταν η εβδομάδα προ των εορτών, όπου συνήθως πλήθη καταφεύγουν στον Ναό της θεάς Τύχης, για το «καλό» της χρονιάς.

Η κεντρική αίθουσα με τις ρουλέτες, τους κουλοχέρηδες και τα Black Jack μου θύμιζαν διαλυμένο σκηνικό, παρά τα εορταστικά φώτα, το υπερφορτωμένο χριστουγεννιάτικο δένδρο, το λούστρο και το ψεύτικο επίχρισμα. Κάθησα στο μπαρ και κοίταξα τις άδειες ρουλέτες να περιφέρονται σαν από κάποιον κρουπιέρη-φάντασμα και άθελά μου επανέφερα στη σκέψη εικόνες και στιγμιότυπα από το δικό μου μυθιστορηματικό καζίνο, έτσι όπως αυτό πέρασε στη γραφή μου, μια παραλλαγή αναγνωσμάτων, βιωμάτων και ονείρων αλλά και κάτι ακόμα παραπάνω, κάτι μη αναγνωρίσιμο.

Η ατμόσφαιρα του πραγματικού χώρου, όμως, μου θύμιζε μια ταινία που είχα δει παλιότερα, τον «Τιτανικό». To πλοίο βυθιζόταν, ενώ οι επιβάτες συνέχιζαν να χορεύουν αγνοώντας το πεπρωμένο τους, που ήταν ήδη γεγονός, και συνέχιζαν να παίζουν, να στοιχηματίζουν και να ελπίζουν σε μια νίκη, λες και υπήρχε αύριο, ενώ, στην πραγματικότητα ο χρόνος τους έχει ήδη εξαντληθεί.

Το είπα στον φίλο μου και διαφώνησε. Εκείνος δεν έβλεπε τις διαφορές, ναι, σίγουρα υπήρχε λιγότερος ο κόσμος, στοιχημάτιζαν μικρότερα ποσά, ένεκα η κρίση, αλλά όχι και Τιτανικός. Όχι και Τιτανικός, μάλλον ήταν ο δικός μου πανικός πως ένας ακόμη κύκλος έκλεισε, είπε. Κάθε βιβλίο είναι ένας ακόμα κύκλος που κλείνει. Και πρέπει να ανοίξεις καινούργιον.

«Τέλος χρόνου» φώναξε ο κρουπιέρης στους παίκτες, τακτοποιώντας τις μάρκες πάνω στους αριθμούς. The game is over and the players are gone, επανέλαβα μέσα μου στα αγγλικά και παραφράζοντας τον Φρόιντ, είπα πως τα όνειρα δεν είναι μόνο η βασιλική οδός για το ασυνείδητο αλλά και για την τρέχουσα πραγματικότητα που βιώνουμε, ένα άδειο σπίτι δηλαδή.

Ετσι ξαφνικά, όπως γίνεται με όλες τις σημαντικές αλήθειες, συνειδητοποίησα κι εγώ πως ο χώρος του καζίνου ήταν για μένα το άδειο σπίτι μου, όπως στο όνειρο, σπίτι δικό μου αλλά χωρίς εμένα, ό,τι μου ανήκε είχε πάει κάπου αλλού και έπρεπε κι εγώ με τη σειρά μου να βρω άλλο χώρο να στεγαστώ. Εμεινα για ώρα περιφέροντας το βλέμμα μου από τις ρουλέτες στους παίκτες και τους θαμώνες, και αναρωτήθηκα ξανά για τον λόγο που ένιωθα τόσο ξένη στην πρώην μυθιστορηματική μου επικράτεια. Το λαμπερό καζίνο είχε πια χάσει τη γοητεία του, οι κρουπιέροι και οι κρουπιέρισσες ήταν απρόσωποι, τα παιχνίδια πληκτικά και η δική μου κατήφεια επίμονη. Μήπως αυτό που έκανε παλιότερα τον χώρο γοητευτικό, ήταν αποκλειστικά το δικό μου βλέμμα; Μήπως η προοπτική των ιστοριών που μπορούσα εκεί μέσα να ξετρυπώσω;

Και καθώς παραμόνευα τους άγνωστους σε μένα παίκτες, συνειδητοποίησα την αιτία της δυσφορίας μου. Το καζίνο μετά την ολοκλήρωση του «ΌΛΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ» ήταν ένα άδειο σπίτι, άδειο όχι μόνο από μένα αλλά και από τους ήρωες μου, τον Σταύρο και την Αυγή. Μετά την αναχώρησή τους το καζίνο είχε μετατραπεί σε σπίτι ακατοίκητο.

Ο χώρος είναι κι αυτός χαρακτήρας αλλά δεν αποκτά ζωή αν δεν στεγάσει τους ανθρώπινους χαρακτήρες, και η ζωή αυτού του είδους έλειπε από το σημερινό σκηνικό και αυτό όφειλα να δω και αποχωριστώ. Το ΤΕΛΟΣ είχε γραφεί και όφειλα να το αποδεχτώ.

Δεν μπόρεσα να αποφύγω ένα επιπλέον ερώτημα: πού να έχουν άραγε πάει τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, πού να είναι αυτή τη στιγμή που μιλάμε; Αλλά δεν άντεχα να τους σκεφτώ πέρα από τις σελίδες του δικού τους βιβλίου και το ΤΕΛΟΣ είχε ήδη γραφεί.

Πριν από μερικούς μήνες είχα διαβάσει «Το Μήλο» του Μισέλ Φάιμπερ, όπου ο συγγραφέας υποκύπτει στις εκκλήσεις των αναγνωστών του και γράφει μερικά διηγήματα με την κεντρική ηρωίδα Σούγκαρ, που πρωταγωνιστούσε στο συγκλονιστικό έργο του «Το άλικο και το λευκό» που κυκλοφόρησε πριν κάποια χρόνια. Βρήκα αυτή την «αναπαραγωγή» ενδιαφέρουσα, αλλά ομολογώ πως το ερώτημα του Φάιμπερ «Πού πάνε οι ήρωες μετά το τέλος ενός μυθιστορήματος;» δεν με απασχολεί ιδιαίτερα.

Περισσότερο με απασχολούν τα όνειρά μου και περιμένω να δω το σπίτι μου με καινούργια επίπλωση, σημάδι πως νέοι ένοικοι, νέοι χαρακτήρες, ήρθαν να με κατοικήσουν…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Βιογραφικό σημείωμα:
Η Αργυρώ Μαντόγλου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Φιλοσοφία και Κριτική Θεωρία στην Αγγλία. Εχει εκδώσει ποιήματα και πεζά, ενώ ασχολείται συστηματικά με τη μετάφραση. Κείμενά της και κριτικά σημειώματα έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Το «Ολα στο μηδέν» (Ελληνικά Γράμματα, 2009) είναι το πέμπτο μυθιστόρημά της. Αναλυτικότερες πληροφορίες για την εργογραφία της στη Βιβλιονέτ: http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=6993

Advertisements

4 thoughts on “ΤΕΛΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

  1. Από τον συγγραφέα-παραγωγό στον
    αναγνώστη-καταναλωτή (ή οι δύο πλευ-ρές του νομίσματος που εν προκειμένω
    είναι το βιβλίο)

    Από τη μία λοιπόν πλευρά υπάρχει ο συγγραφέας.Με την προσδοκία του για την έμπνευση, με την κατάθεση της ψυχής του γιά την συγγραφή, με την αγωνία του γιά την έκδοση και την
    «επιτυχία» (με ή και χωρίς εισαγωγικά),
    και εν τέλει με ένα κενό (μικρό ή μεγα-
    λύτερο) ανάμεσα στο κλείσιμο ενός κύκλου της συγγραφικής διαδικασίας και
    στην αναμονή έναρξης του επόμενου.
    (Ειδικά γιά το τελευταίο βοηθά το αρκετά
    προσωπικό σχόλιο της Αργυρώς Μαντό-
    γλου).

    Επώδυνη λοιπόν και «ψυχοβγαλτι-
    κή» διαδικασία η συγγραφή, με προσω-
    πική έκθεση και ιδιαίτερο κόστος, αλλά
    μήπως το ίδιο δεν συμβαίνει με κάθε
    μορφή τέχνης-δημιουργίας?

    Από την άλλη πλευρά του νομίσματος
    υπάρχει ο αναγνώστης.Εδώ όλα είναι
    πιό εύκολα, πιό απλά (βασιζόμενος και
    στη δική μου αναγνωστική εμπειρία).
    Η επώδυνη διαδικασία της δημιουργίας
    δεν μας αφορά.Ως αναγνώστες, είμαστε
    καταναλωτές.»Καταναλώνουμε» (όχι με την φτηνή έννοια) το προϊόν-βιβλίο, με
    στόχο την γνώση, τον προβληματισμό, την όξυνση της κρίσης και την καλλιέρ-γεια της αισθητικής, αλλά ακόμη την
    χαλάρωση, την απόλαυση, την απόδρα-ση από την διαχρονικά πεζή πραγματι-κότητα (πράγματα εξίσου σημαντικά επίσης)

    Είμαστε δε τυχεροί, γιατί το κλείσιμο του κύκλου της αναγνωστικής διαδικασίας ενός (προσεκτικά επιλεγμένου) βιβλίου, πολλές φορές μας αφήνει μία υπέροχη αίσθηση πληρότητας, αντίθετα με το κενό και την αγωνία γιά τη νέα έμπνευση που αισθάνεται ο δημιουργός-συγγραφέας.

    Ο οποίος είναι και σε κάτι ακόμη «άτυ-χος».Απευθυνόμενος απρόσωπα στον
    άγνωστο του αναγνώστη, δεν εισπράττει
    τίποτε από οποιδήποτε συναίσθημα που
    πιθανόν του δημιουργήσει.
    Αντίθετα εμείς ως αναγνώστες, έχουμε
    την πολυτέλεια να επιλέγουμε τον συγγραφέα που μας αγγίζει, να μαθαί-νουμε για αυτόν, να τον παρακολου-θούμε/ακολουθούμε και εν τέλει να τον
    αγαπάμε.

  2. Αγωνία, προσδοκίες, χαρά, λύπη, θυμός και τόσα άλλα συναισθήματα… Κι όλα αυτά όταν ο/η συγγραφέας βιώνει τη διαδικασία της συγγραφής. Το πόσο επίπονη ή και λυτρωτική συνάμα μπορεί να είναι εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυρίως από μας τους ίδιους που είμαστε, όσο αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη, κυρίαρχοι του σπιτιού μας μυθιστορήματος. Πού πάμε όμως όταν το μυθιστόρημα ολοκληρωθεί; Μα φυσικά, αφού βιώσουμε τα στάδια της απώλειας, σαν να είναι αυτή ο θάνατος, μετοικούμε στο επόμενο σπίτι μας μυθιστόρημα. Τουλάχιστον εγώ αυτό κάνω και η αγωνία αλλά και η περιέργεια για το καινούριο, για το άγνωστο με συνεπαίρνει. Και δεν ανησυχώ για τους ήρωες/φιλαράκια μου/ένοικους του άδειου πλέον σπιτιού μου. Το ταξίδι συνεχίζεται, η περιπλάνηση τους κι αυτή και η συνάντησή τους με τους αναγνώστες πραγματώνει και δίνει μια άλλη διάσταση στο σπίτι μου. Το μυθιστόρημά πρώην σπίτι μου, μπορεί να μην ανήκει πια σε μένα, βρίσκεται όμως εκεί, έτοιμο να στεγάσει τα όνειρα όποιου θελήσει.

  3. Κύκλοι ανοίγουν και κλείνουν στη ζωή, άλλοι εμφανώς και άλλοι στην αφάνεια. Επισκεπτόμενοι το κλειστό μας κύκλο βρισκόμαστε στο πριν με τη γνώση του μετά.
    Οι απόστασεις που διανύουμε μας αλλάζουν, είμαστε άλλοι που ερχόμαστε από τους ίδιους. Αποδοχή του κάθε μας άλλου εαυτού, αυτού του παρελθόντως στο παρόν που παέι στο μέλλον μας φέρνει να ζούμε την κάθε εμπειρία σαν καινούργια…ένα πιάτο φαί, ένα βιβλίο, ένας έρωτας….ίδια και διαφορετικά συγχρόνως….αυτό είναι και ο λόγος, η δημιουργία, η τέχνη, ένα ταξίδι στο παλιό από μία καινούγια ματιά…αυτή είναι η ζωή μας στον χρόνο.

  4. Βρίσκω συγκλονιστική την εμπειρία του άδειου σπιτιού που περιγράφει η Αργυρώ Μαντόγλου. Γιατί αποτυπώνει το βίωμα της γραφής, πέρα από την εγκεφαλική λειτουργία και την τέχνη ή/ και τις τεχνικές της συγγραφής. Η ονειρική αναπαράσταση, το πέρασμα στο ασυνείδητο, δείχνει πόσο βαθιά έχει βιώσει το χρόνο και τον τόπο του μυθιστορήματος ΌΛΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ. Έστησε το καζίνο και τους ήρωες της πειστικά, γι’ αυτό απέκτησαν προσωπότητα, έγιναν χαρακτήρες, αυτονομήθηκαν και όπως τα παιδιά που ενηλικιώνονται και φεύγουν από την αγκαλιά της μητέρας τους ή το πατρικό τους, έτσι κι η Ανθή, ο Σταύρος παίρνουν το δρόμο τους… ίσως κάποτε η συγγραφέας ή εμείς οι αναγνώστες διασταυρωθούμε με εκδοχές των ηρώων που συναντήσαμε στο βιβλίο της, ή πιάσουμε σε μια ματιά ή μια κίνηση φευγαλέα κάτι που θα μας τους θυμίσει.
    Αλλά το καζίνο σαν τόπος που στέγασε
    το μύθο της Μαντόγλου δεν υπάρχει πια για κείνη παρά σαν ανάμνηση. Σε αναζήτηση ενός νέου σπιτιού μέχρι να βρει το επόμενο, η συγγραφέας ζει την εξορία της, τελεί υπό μετακόμιση…έχει μάθει όμως να ταξιδεύει και να στήνει όμορφα σπίτια! Καλό δρόμο….

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: