Επιχείρηση Μπέργκμαν (4)

Εκδρομή στο σπίτι του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, στο σουηδικό νησί Φόρα. Όλοι οι συγγραφείς στο πουλμανάκι του Κέντρου Συγγραφέων της Βαλτικής, χαρούμενοι σαν παιδιά. Μια Λιθουανή, ένας Εσθονός, μια Φινλανδή, μια Σκωτσέζα κι εγώ. Διασχίσαμε παγωμένες εκτάσεις, απέραντα χιονισμένα λιβάδια με μικρές παραθαλάσσιες καμπάνες, θεόκλειστες. Με το φέρι περάσαμε απέναντι. Σταματήσαμε στον λιτό τάφο του Μπέργκμαν, στον περίβολο μιας εκκλησίας. Ύστερα πήραμε έναν στενό αγροτικό δρόμο, μέσα στο δάσος, που μας έβγαλε στο σπίτι του. Η πινακίδα έγραφε πως απαγορεύεται η είσοδος.

Eίχα πάντα πρόβλημα με την απαγόρευση εισόδου. Ποτέ δε στάθηκα στην ουρά, στα κλαμπ. Αλλά ούτε και δίστασα ποτέ μπροστά σε μια πινακίδα. Κάποτε θα ‘πρεπε να γράψω για τις μάντρες που σκαρφάλωνα νεότερη, προκειμένου να ικανοποιήσω την περιέργειά μου. Το πρόβλημα με το γράψιμο είναι ότι συνήθως δεν γράφουμε γι’ αυτά που κάναμε, αλλά γι’ αυτά που θα θέλαμε να είχαμε κάνει.

Αλλά αυτό το κείμενο είναι ένα είδος χρονογραφήματος, έτσι δεν είναι; Οπότε μπορώ να γράψω τι είδα στο σπίτι του Μπέργκμαν όταν άνοιξα την αυλόπορτα. Κατ’ αρχάς, δυο δίδυμα γκαράζ, ολόιδια, από γαλάζιο ξύλο. Το κυρίως οίκημα ήταν περιφραγμένο ολόγυρα μ’ ένα πέτρινο μαντρότοιχο. Ψυχή πουθενά. Φαινόταν μόνο το πάνω μέρος της κάσας των παραθύρων, οι μισοτραβηγμένες κουρτίνες, φωτιστικά της δεκαετίας του ’60. Μπροστά στη θάλασσα, στην παραλία που γυρίστηκε η “Περσόνα”, ήταν χτισμένες οι καμπάνες των φιλοξενούμενων. Γαλάζιες μπαλκονόπορτες πάλι, απλές, μισάνοιχτες, σε προσκαλούσαν να κοιτάξεις μέσα. Να δεις, αλλά κυρίως να υποθέσεις.

Όταν τέλειωσε η Επιχείρηση Μπέργκμαν ήμουν γεμάτη απορίες. Γιατί με ενδιαφέρει τόσο η προσωπική ζωή των καλλιτεχνών, αναρωτιόμουν στο δρόμο της επιστροφής. Τι μπορούμε στ’ αλήθεια να μάθουμε κοιτάζοντας τα γραφεία, τα σπίτια, τα αυτοβιογραφικά κείμενα δημιουργών; Είναι τόσο σημαντικές οι συμπτώσεις αυτοβιογραφίας και έργου, είναι ακριβείς, ενδεικτικές; Ή αποτελούν απλώς επιβεβαίωση της ανθρώπινης φύσης του καλλιτέχνη; (Ναι, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν είχε κι αυτός κουζίνα, έτρωγε κάτω από το φως μιας λάμπας).

Νεότερη έπαιρνα συνεντεύξεις από συγγραφείς. Αυτή ήταν η δουλειά μου. Υπήρχε μια περίοδος στη ζωή μου που πίστευα ότι ήμουν κομμένη και ραμμένη για συνεντεύξεις. Ήμουν παθολογικά περίεργη κι έθετα ερωτήσεις με έναν συνδυασμό ευγένειας και θράσους που μερικές φορές τάραζε τους συγγραφείς-ιδίως τους άντρες. Ο Τζον Μπέργκερ μού είχε πει ότι ποτέ δεν του είχαν ξανακάνει τέτοιες ερωτήσεις. Ο Άμος Οζ μετά τη συνομιλία μας, είχε πει ότι ξαναβρήκε το κέφι του. Δεν είχα κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο. Απλώς κρυβόμουν πίσω από την ταυτότητα της δημοσιογράφου για να ρωτάω ανήκουστα πράγματα, που φυσικά δεν μπορούσα να συμπεριλάβω μετά, στην αποκρυπτογράφηση της συνέντευξης.

Το κλίμα αυτών των συνεντεύξεων εισχώρησε, ύστερα από πολλά χρόνια, στο διήγημα “Η πιο ωραία στιγμή”, στο βιβλίο μου “Θα ήθελα”. Αλλά και πάλι ποτέ δε μίλησα ανοιχτά για τη δυναμική αυτών των συναντήσεων. Νομίζω ότι η ουσία ήταν η εξής: ήμουν ακόμη αναγνώστρια, μόνο αναγνώστρια- μια αναγνώστρια που είχε τρομερή τύχη. Καθόμουν απέναντι από τους συγγραφείς που με είχαν σημαδεύσει και μιλούσαμε- μιλούσαμε με τις ώρες. Η επιδίωξή μου, η μοναδική φιλοδοξία μου ήταν να τους μείνω αξέχαστη. Να είμαι γι’ αυτούς η ιδανική αναγνώστρια.

Συνειδητοποιώ τώρα ότι η ανάγνωση μπορεί να είναι μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική δραστηριότητα. Αγωνίζεσαι να αποδείξεις στον εαυτό σου και στον αόρατο συγγραφέα, πίσω απ’ τον ώμο σου, ότι ξέρεις τις κρυμμένες προθέσεις του, όλα όσα ούτε ο ίδιος ομολογεί στον εαυτό του. Διαβάζεις βιβλία όπως αναλύεις όνειρα: ο συγγραφέας είναι ο αφηγητής, ο πατέρας του αφηγητή, η μητέρα του, οι εραστές, τα παιδιά του, ακόμη και τα ζώα που εμφανίζονται στην ιστορία (ιδίως αν συγγραφέας είναι ο Κάφκα, ο Κούτσι ή ο Πολ Γκαντέν). Κάθε ιστορία γίνεται έτσι η εξιστόρηση μιας επιθυμίας, ενός πολέμου και μιας ειρηνευτικής διαδικασίας που στήνεται περίπου σαν παιχνίδι στο δωμάτιο του συγγραφέα. Η εξιστόρηση μιας αρρώστιας που απλώνεται μετά, σαν ιός, και στους αναγνώστες του.

Ήταν γραφτό να γίνω συγγραφέας των συγγραφέων. Με ενδιέφερε το πώς ζούσαν, ακόμη και το πού ζούσαν, επειδή οι μκρές λεπτομέρειες συνέθεταν το παζλ που θα με βοηθούσε να γίνω συγγραφέας κάποτε. Μια από τις πιο θλιβερές και τις πιο δυσάρεστες αναμνήσεις της εφηβείας μου ήταν το πρώτο μου ταξίδι στο Παρίσι: αγόρασα μαντλέν και τις βούτηξα στο τσάι για να δω αν συμβεί και σε μένα αυτό που συνέβη στον Προυστ, για να δω αν το Κομπρέ θα αναδυόταν στο φλυτζάνι του τσαγιού μου. Ήμουν δεκατεσσάρων χρόνων και η μόνη ταύτιση που ήξερα ήταν αυτή: να ενστερνίζομαι ξένες αναμνήσεις, να είμαι ευσεβής αναγνώστρια εμβληματικών συγγραφέων, να πείθομαι ότι οι ιστορίες των άλλων θα μπορούσαν να είναι και δικές μου.

Κι έτσι, μοιραία, όταν άρχισα να γράφω, οι ιστορίες μου μιλούσαν για συγγραφείς- σε κάθε βιβλίο μου υπήρχε τουλάχιστον ένας συγγραφέας που μοχθούσε για να ολοκληρώσει το δικό του βιβλίο. Κάποια στιγμή μπούχτισα από την αυτοαναφορικότητα και προσπάθησα να ξεφύγω από τα δίχτυα της. Όταν τα κατάφερα, έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο “Τηλεφωνήματα”, το πιο αναπάντεχο βιβλίο γύρω από τη βιβλιοφιλία που διάβασα ποτέ. Στα διηγήματα του Μπολάνιο όλοι οι ήρωες διαβάζουν: έφηβοι, πορνοστάρ, μαφιόζοι, ρεμάλια και οι ίδιοι οι συγγραφείς φυσικά.

Η διασταύρωσή μας με συγκεκριμένα βιβλία σε μια συγκεκριμένη στιγμή έχει σχεδόν μεταφυσική χροιά. Ο Μπολάνιο με καθησύχασε. Ήταν σαν να είπε: γράψε ό, τι θέλεις. Και στην αναγνώστρια μέσα μου ψιθύρισε: διάβασε ό,τι θέλεις- γίνε όποια θέλεις να είσαι, χωρίς να απαρνηθείς τα βιβλία.

Η επιχείρηση Μπέργκμαν ολοκληρώθηκε με ένα διήγημα. Μόλις γύρισα στο δωμάτιό μου έγραψα τον σκελετό μιας ιστορίας. Μια πολύ νεαρή κινηματογραφίστρια πηδάει τον μαντρότοιχο του σπιτιού του Μπέργκμαν και ζει τον δικό της εφιάλτη. Είναι η εκατοστή φορά που αφήνω το μυθιστόρημά μου για να γράψω ένα διήγημα, η χιλιοστή φορά που η αληθινή ζωή ανακόπτει ένα μακρόπνοο σχέδιο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: