Εγώ και ο Μπλουμ (2)

Άρχισα να διαβάζω τον Οδυσσέα του Τζαίημς Τζόυς λίγο αφότου γεννήθηκε ο Ραφαήλ (Βλαντής). Ήταν μια περίοδος που είχα αποφασίσει να αντιμετωπίσω τους φόβους μου για να γίνω καλύτερος άνθρωπος ένεκα της πατρότητας, και το να διαβάσω τον Οδυσσέα συνιστούσε έναν βαθύ και ισχυρό μου φόβο.
Τόσο πολλά έχουν γραφτεί γι’ αυτό το βιβλίο, το αριστούργημα του 20ού αιώνα που πίστευα πως το ότι δεν το είχα διαβάσει σήμαινε πως ήμουν ακαλλιέργητος.
Είχα αποπειραθεί να το διαβάσω παλαιότερα. Όμως η εισαγωγή στην ελληνική έκδοση με θέμα τις δυσκολίες της μετάφρασης μου είχε φανεί εξόχως αποτρεπτική και αποκαρδιωτική. Λίγο πριν γίνω μπαμπάς, αποφάσισα να το ξαναπροσπαθήσω με νέο θάρρος.
Αυτήν τη φορά, απέφυγα να ξαναδιαβάσω την εισαγωγή. Ζήτησα συγγνώμη από τον μεταφραστή που την υπέγραφε και του υποσχέθηκα πως θα τη διάβαζα στο τέλος, εφόσον κατάφερνα να τελειώσω το βιβλίο. Ξεκίνησα κατευθείαν από το πρώτο κεφάλαιο, στη δεύτερη σελίδα του οποίου είχα σταματήσει (τσακίζοντάς την) χρόνια πριν. Τελικά, διάβασα όλο βιβλίο και, τελειώνοντάς το, κέρδισε μια θέση στα αγαπημένα μου. Πείστηκα για τη σπουδαιότητα που του αποδίδεται.
Είναι γνωστό πως το βιβλίο αφορά στη διήγηση μιας μέρας ενός χαρακτήρα στο Δουβλίνο των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Εξίσου οικείος είναι και ο παραλληλισμός που επιχειρείται με την Οδύσσεια, ο οποίος, ομολογώ, δεν μου έγινε σαφής από το περιεχόμενο του βιβλίου.
Ας μεταφέρω όμως την αναγνωστική μου εμπειρία αυτούσια, όχι την άποψη των κριτικών.
Το βιβλίο ξεκινάει με τη γνωριμία μας με ορισμένους καταπληκτικούς χαρακτήρες, που θα εμφανιστούν στη συνέχεια, στις παρυφές του ταξιδιού του Λεοπόλδου Μπλουμ κατά τη διάρκεια της μέρας. Καταπληκτικός ο νεαρός Στήβεν Ντένταλους, μου φάνηκε σαν «άλτερ έγκο» του Τζόυς, αλλά και ο Μπακ Μάλλιγκαν: τα περάσματά του από τις σελίδες του βιβλίου μού φάνηκαν εντυπωσιακά ευφυή και αστεία. Στη συνέχεια, παρακολουθούμε τον Λεοπόλδο Μπλουμ, σε μια αφήγηση αρχικά ρεαλιστική. Ο χρόνος μοιάζει σταματημένος, λες κι η λογοτεχνική πένα είναι μια κρυφή κάμερα που κινείται άναρχα και δεν ανατέμνει μόνο γεγονότα, αλλά και μύχιες σκέψεις των ανθρώπων. Ταυτόχρονα, διάφορες εμβόλιμες φράσεις εξίσου διαρρηγνύουν συστηματικά τον φαινομενικό ρεαλισμό της αφήγησης (π.χ. η αγαπημένη μου: δαγκωματιά του εσώτερου). Ο συγγραφέας φαίνεται να έχει βαλθεί να μας περιγράψει ό,τι συμβαίνει στο Δουβλίνο εκείνη τη μέρα, να μην παραλείψει την παραμικρή λεπτομέρεια. Καθώς διάβαζα, μου αποκαλύφθηκε ξάφνου το πλάνο του. Συγκλονίστηκα. Τότε άρχισε να παίρνει φωτιά ο βαρύς τόμος στα χέρια μου, να συνειδητοποιώ πόσο σπουδαίο βιβλίο ήταν το βιβλίο που διάβαζα.
Ο Μπλουμ πηγαίνει σε μια κηδεία, στη δουλειά του στην εφημερίδα, στη βιβλιοθήκη, σε μπαρ… Όσο κυλούσαν οι σελίδες μου φαινόταν πως δεν είχε καμία σημασία εν τέλει τι συνέβαινε στον Μπλουμ (κι ας έγραψε ο Ανρί Λεφέρβρ γι’ αυτόν πως η ιστορία μιας μέρας περικλείει την ιστορία της Ανθρωπότητας στο βιβλίο του Η καθημερινή ζωή στον σύγχρονο κόσμο). Αυτό που έχει σημασία είναι, όπως το προσέλαβα, τι συνέβαινε στο μυαλό και την ψυχή του Τζούς και πώς στράτευε τις λέξεις και την πλοκή (ποια πλοκή;) για να το μεταφέρει.
Όσο κυλάει η μέρα, ο Μπλουμ μου φαινόταν όλο και πιο έντονα σαν υποχείριο του Τζόυς, που τον ανατέμνει και τον χειρίζεται αλύπητα, σαν ήρωα βίντεο γκέιμ. Τίποτε δεν μένει κρυφό. Αποκαλύπτεται στα μάτια μας: σε κάποια σκηνή, αυνανίζεται στην παραλία, μπροστά σε μια κοπέλα. Το βράδυ, καταλήγει στην κακόφημη περιοχή της πόλης. Σε εκείνο το σημείο, περί τα 2/3, το βιβλίο εκτρέπεται σε μια μη ρεαλιστική αφήγηση, έναν θεατρικό διάλογο που μοιάζει να βγαίνει από παραισθήσεις ομολογώ πως με δυσκόλεψε.
Στη συνέχεια ωστόσο, ακριβώς στο σημείο που είχα κουραστεί, αρχίζει το κλείσιμο του βιβλίου. Ο Μπλουμ συναντάει τον Στήβεν, και μαζί, γυρνούν στο σπίτι του. Το βιβλίο οδηγείται στην κορύφωση (ή το σβήσιμο) με ένα εντυπωσιακά πομπώδες και στακάτο ύφος ερωτοαπαντήσεων. Και, όταν φτάνουνε πια στο σπίτι, εκεί που νομίζεις πως όλα τελείωσαν, αλλάζουμε (για πολλοστή φορά) αφηγηματική οπτική, και το βιβλίο τελειώνει με τον καταπληκτικό μονόλογο της γυναίκας του Μπλουμ, της Μόλλυ, καθώς στριφογυρνάει στο κρεββάτι της ακούγοντας τον άνδρα της που γύρισε σπίτι.
Έχω κρατήσει ατέλειωτες σελίδες σημειώσεις από φράσεις του βιβλίου, κι ενίοτε ανατρέχω σ’ αυτές: το βιβλίο μου φαίνεται σαν δεξαμενή. Σκοπεύω μάλιστα να το ξαναδιαβάσω πιστεύω πως θα ανακαλύψω καινούρια πράγματα την επόμενη φορά.
Πιστεύω πως αξίζει να το διαβάσετε.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: