Φαΐ και λογοτεχνία: Εκδυση Ι

Τώρα που τέλειωσε η Λαμπρή και οι κρεατοφάγοι τουλάχιστον έφαγαν καλά, ας μου επιτραπεί να θίξω το ζήτημα φαΐ και λογοτεχνία. (Παρεμπιπτόντως, είμαι χορτοφάγος.) Δυσκολεύτηκα να βρω θέμα, όταν ο Μισέλ Φάις μου πρότεινε να συμμετάσχω στη συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Γεύμα μ’ έναν ήρωα». Ο ήρωας εδώ έπρεπε να είναι επώνυμο λογοτεχνικό πρόσωπο που συντρώει μ’ έναν συμπληρωματικό χαρακτήρα/ αφηγητή. Κατέληξα στον Γκρέγκορ Σάμσα απ’ τη «Μεταμόρφωση» του Φραντς Κάφκα, κι είμαι περίεργη να δω ποιους διάλεξαν οι άλλοι. Στη συλλογή, που θα κυκλοφορήσει το φθινόπωρο απ’ τις εκδόσεις Πατάκη, συμμετέχουν επίσης οι Τατιάνα Αβέρωφ, Αριστείδης Αντονάς, Βασίλης Γκουρογιάννης, Αχιλλέας Κυριακίδης, Αλέξης Πανσέληνος, Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, και Φαίδων Ταμβακάκης.[1]

«Έκδυση» («Γεύμα μ’ έναν ήρωα», Εκδόσεις Πατάκη, υπό έκδοση). Μέρος πρώτο.

Ανοίγοντας ένα πρωί τα μάτια του, ο Γκρέγκορ Ζάμζα βρήκε δίπλα στο κρεβάτι του έναν μαυροντυμένο άγνωστο. Καθόταν στη μοναδική καρέκλα που πάνω της το περασμένο βράδυ ο Γκρέγκορ είχε απλώσει τακτικά τα ρούχα του. Με τον αριστερό του αγκώνα στηριγμένο στη ράχη του καθίσματος και το ’να πόδι πάνω στ’ άλλο, ο επισκέπτης ήταν στραμμένος στο παράθυρο. Από τα θαμπωμένα τζάμια φαινόταν καθαρά το χιόνι, που έπεφτε πυκνό.

Βεβαίως δεν ήταν όνειρο. Κάτι του είχε συμβεί, που δεν μπορούσε να το επαναφέρει στο μυαλό του: Κατέρρευσε καταμεσής στο δρόμο και παραδόθηκε στο έλεος κάποιου περαστικού γιατρού που φρόντισε ανάμεσα στα άλλα για τη μεταφορά του στο κρεβάτι του. Όμως ο άγνωστος σε τίποτα δε θύμιζε γιατρό. Κι αυτός βρισκόταν –σιγουρεύτηκε ρίχνοντας μια ματιά στην ευτελή επίπλωση– διακόσια τριάντα χιλιόμετρα ανατολικά απ’ την Πράγα, σε μια πόλη όπου αν του συνέβαινε να χάσει ξαφνικά στο δρόμο τις αισθήσεις του, όποιος και να τον μάζευε, δε θα ήξερε πού να τον μεταφέρει· εκτός κι αν ήταν σε θέση να μαντέψουν ότι φιλοξενούνταν απ’ τη Φράου Γκρούμπαχ –έτσι τουλάχιστον το έθετε η ίδια–, που στην πανσιόν της διανυκτέρευε κάθε φορά που ήταν περαστικός για τις εμπορικές του υποθέσεις. Μα η Φράου Γκρούμπαχ –φούντωσε τώρα μέσα του ο θυμός–, πώς το επέτρεψε να εισβάλει ένας ξένος στην κρεβατοκάμαρά του, δίχως να βεβαιωθεί πρώτα ότι ήταν ξύπνιος, ότι είχε πλύνει τουλάχιστον τα δόντια του;

«Σε τι οφείλω την επίσκεψη;» ρώτησε επιτακτικά τον άγνωστο, κι έκπληκτος παρατήρησε ότι ο τόνος της φωνής του τον έκανε να τιναχτεί απ’ τη θέση του.

«Χερ Σάμσα, συγχωρέστε μου το ακατάλληλο της ώρας,» άρχισε να δικαιολογείται ο επισκέπτης, αλλά ο Γκρέγκορ τον έκοψε αμέσως.

«Ζάμ-ζα, με λένε Γκρέγκορ Ζάμ-ζα,» διόρθωσε με έμφαση. Συχνά τον προσφωνούσαν Σάμσα, αυθαίρετα επιλέγοντας την τσέχικη εκδοχή του επιθέτου του αντί για τη γερμανική, κάτι που έβρισκε άκρως εκνευριστικό.

«Όσο κι αν μοιάζει απίστευτο, Χερ Σάμσα, ήδη γνωριζόμαστε,» δήλωσε αγνοώντας τον ο άλλος, και χαμογέλασε διαχυτικά. «Καλωσορίσατε στην πόλη μας! Μπόλεκ –από Μπολεσλάβ–, Μπόλεκ Πολίβκα, νεανικός φίλος και συνεργάτης του πατέρα σας,» συστήθηκε και του άπλωσε το χέρι του.

Ο Γκρέγκορ δεν του αρνήθηκε τη χειραψία, όσο κι αν το όνομα, αόριστα οικείο, δεν του έφερε στο νου κανέναν απ’ τον κύκλο του πατέρα του.

«Με τους γονείς σας ήμαστε σαν αδέλφια κάποτε. Σαν χτες μου φαίνεται που ο Χέρμαν παντρεύτηκε την αξιολάτρευτη μητέρα σας, κι όμως πάνε ήδη είκοσι πέντε χρόνια! Όσο για σας, θα πρέπει να σας συγχαρώ: Την τελευταία φορά που ειδωθήκαμε ήσαστε ένα ζαγάρι, και τώρα έχω μπροστά μου κοτζάμ άντρα…» Λες κι η αλλοτινή φιλία με τον πατέρα του του εξασφάλιζε αυτομάτως το δικαίωμα, ο επισκέπτης είχε αμολήσει λαίμαργο το βλέμμα του στο πρόσωπο του Γκρέγκορ και στο λοφίσκο στην κουβέρτα που σχημάτιζε το σώμα του.

Αυτή την έκφραση ζαγάρι, μόνο απ’ τον πατέρα του την είχε ξανακούσει. Ήταν μια έκφραση που άκουγε συχνά στο σπίτι, πράγμα που έκανε την τωρινή της χρήση από τον Χερ Πολίβκα κάτι λιγότερο από ευπρόσδεκτη. Κι αλήθεια, απ’ τη στιγμή που ο συνομιλητής του ανέφερε με το μικρό του τον πατέρα του, ο Γκρέγκορ βεβαιώθηκε ότι τον είχε πιάσει με το μαλακό για να του αναγγείλει τελικά κάτι δυσάρεστο. Κι αν είχε παρακούσει κι ο Χερ Πολίβκα είχε πει για τη μητέρα του αξιολύπητη, κι όχι αξιολάτρευτη; Μήπως μες στο τριήμερο που έλειπε απ’ την Πράγα συνέβη κάτι στους δικούς του που ο ίδιος δεν είχε προλάβει να το πληροφορηθεί;

«Καλά τους άφησα στο σπίτι όλους» πέταξε επίτηδες προκλητικά, όμως η φράση  σκόνταψε στο διφορούμενο χαμόγελο του αλλουνού.

 […] 

[1]   Ευχαριστίες στους Πατρίτσια Καλαφατά, Άντζυ Βοΐλα, Πέτρο Κουτσιαμπασάκο, Χριστίνα Κολλιάκου, Γιάννη Αποστολόπουλο, Μισέλ Φάις και Άννα Πατάκη, που ήταν και οι πρώτοι αναγνώστες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: