Εκδυση ΙΙΙ

ΙΙΙ

Ο ταξιτζής τον άφησε σ’ ένα στενό δρομάκι με μαγαζιά που είχαν τα ρολά κατεβασμένα. Εύκολα ο Γκρέγκορ εντόπισε το μόνο δείγμα κινέζικης επιρροής – ένα κόκκινο φαναράκι με χρυσαφένιο κρόσσι που διακοσμούσε τη σκονισμένη τζαμαρία μιας εισόδου κι έφερνε εξίσου έντονα στο νου οίκο ανοχής. Πήρε βαθιά ανάσα και δρασκέλισε με θάρρος το κατώφλι.

Παρ’ ότι σκοτεινός και παραμελημένος, ο χώρος στον οποίο βρέθηκε, ασφυκτικά γεμάτος με τραπέζια που πάνω τους ισορροπούσαν αναποδογυρισμένες οι καρέκλες, πρέπει να ήταν κάποτε εστιατόριο. Στο βάθος, πίσω απ’ τα κατάρτια των καρεκλοπόδαρων, διέκρινε το Χερ Πολίβκα, καθισμένο στο μοναδικό τραπέζι που ήταν στρωμένο με τραπεζομάντιλο. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Με φόντο ένα σκουρόχρωμο ταπισερί, χαμογελούσε αφηρημένα στο κενό, και το στριφτό μουστάκι του σχημάτιζε ένα τέλειο παπιγιόν – μια ιδέα στραβοβαλμένο, όπως και το υφασμάτινο που είχε στο λαιμό του, ίσως καθ’ υπαγόρευσιν της μόδας. Δε θα επέτρεπε στον κάθε επιτήδειο να του χαλάει το πρόγραμμα –πείσμωσε ο Γκρέγκορ–, εδώ είχε έρθει με σκοπό να συναντήσει έναν αυριανό πελάτη. Αφού ο Πολίβκα το πήγαινε φιρί φιρί, ήταν η ευκαιρία να του δώσει ένα μάθημα. Όπως κατευθυνόταν όμως προς το μέρος του μεσ’ απ’ το δαίδαλο των τραπεζιών, ο άλλος πρόλαβε να του φωνάξει πρώτος:

«Θα μου εξηγήσετε επιτέλους τι σημαίνουν όλα αυτά;» Οι πάπιες στο ταπισερί πίσω απ’ την πλάτη του χωρίς να σταματήσουν το ταξίδι τους γούρλωσαν κατά πάνω τους τα μάτια τους.

Επρόκειτο για τακτική, βεβαιώθηκε ο Γκρέγκορ. Και βγάζοντας από τις μπροστινές του τσέπες τα δυο παρόμοια επισκεπτήρια, εις ένδειξη σιωπηρής διαμαρτυρίας τα εκσφενδόνισε πάνω στο τραπέζι. Ένα πέταλο απ’ τη μοναχική πεόνια του βάζου έπεσε στο λευκό τραπεζομάντιλο με το ναρκισσισμό φθινοπωριάτικου φύλλου που εγκαταλείπει το δέντρο.

«Χερ Σάμσα, απαντήστε μου ειλικρινά,» άλλαξε αιφνίδια ύφος ο Πολίβκα, καρφώνοντάς τον τώρα με το βλέμμα του. «Την αγαπάτε τη δουλειά σας; Ή ασκείτε αυτό το επάγγελμα με το στανιό;» Χωρίς ν’ αφήνει τον Γκρέγκορ απ’ τα μάτια του, μάζεψε απ’ το τραπέζι τις δυο κάρτες και τις μετέφερε σ’ ένα μικρό δερμάτινο πορτοφολάκι που έβγαλε απ’ την πίσω τσέπη του παντελονιού του με ταχυδακτυλουργική ευκινησία. «Ο διευθυντής μου θέλησε να έρθω σ’ επαφή μαζί σας. Είχατε εξάλλου ειδοποιηθεί με γράμμα, που ύστερα από παράκληση της εταιρείας σας εστάλη κατευθείαν στην πανσιόν και περιείχε επίσης τα στοιχεία μου. Γιατί το σκάσατε πρωτύτερα; Δεν ξέρω αν έγινα αντιληπτός: Πάει εικοσαετία που ο πατέρας σας κι εγώ δεν έχουμε επικοινωνία. Μπορώ να σας εγγυηθώ πως ό,τι πούμε θα μείνει μεταξύ μας.»

Κι αν το επισκεπτήριο βρισκόταν από την αρχή μέσα στο φάκελο, κι εκείνος δεν το πρόσεξε όταν τον πρωτοάνοιξε;

Συνειδητοποιώντας πως μπορεί να είχε κάνει τέτοια γκάφα και ο Πολίβκα ίσως δεν ήταν άλλος απ’ τον εμπορικό αντιπρόσωπο που είχε λάβει εντολή να συναντήσει, ο Γκρέγκορ σωριάστηκε σε μια καρέκλα ξέπνοος. Δεν είχε ιδέα πώς, αλλά είχε φτάσει η στιγμή της αποκάλυψης. Κάποιος ή κάποιοι τον είχαν καταλάβει. Παραβιάζοντας το εξωτερικό περίβλημα που μέχρι τώρα πάντοτε περνούσε απαρατήρητο, αντίκρισαν αυτό που έκρυβε από μέσα.

Στη σύγχυσή του άνοιξε το χαρτοφύλακά του και ταμπουρώθηκε από πίσω του, κάνοντας ότι ψάχνει κάτι σημαντικό. Δίχως να το πολυσκεφτεί, ανέσυρε ένα σφραγισμένο φάκελο που προοριζόταν για τον άγνωστο πελάτη –το ότι ο Πολίβκα παρίστανε ενδεχομένως κάποιον που δεν ήταν, έμοιαζε πλέον λεπτομέρεια άνευ σημασίας–, και τον παρέδωσε στα χέρια του σχεδόν με συντριβή.

Αμέσως το μετάνιωσε. Ένα λεπτό να είχε συγκρατηθεί και θα επωφελούνταν απ’ την εμφάνιση του γκαρσονιού για ν’ ανακόψει τον αντιπάλο του για την ώρα. Ήταν ασιατικής καταγωγής, κι αντί να πάρει την παραγγελία είχε έρθει να σερβίρει. Κρατούσε με τ’ αριστερό του χέρι ένα μεγάλο άσπρο μπολ, ενώ ο δεξής βραχίονας, άκαμπτος σαν τενεκεδένιου στρατιώτη που περιφέρει στηριγμένο στον ώμο το μουσκέτο του, ήταν κρυμμένος κάτω από μια κολλαριστή πετσέτα. Καλύπτοντας όλο το τμήμα του χεριού απ’ τον καρπό και κάτω, η πτύχωση του υφάσματος τον έκανε να δείχνει κουλοχέρης.

«Να βάλουμε πρώτα κάτι στο στόμα μας;» πρότεινε συμφιλιωτικά ο Πολίβκα. «Είμαστε θεονήστικοι κι οι δυο απ’ το πρωί.» Και δίχως άλλη καθυστέρηση έχωσε το φάκελο που του έδωσε ο Γκρέγκορ μες στο δικό του χαρτοφύλακα που η αγκράφα του είχε και κλειδαριά.

Οι ορεκτικοί μεζέδες πρέπει να ήταν ντάμπλινγκ τηγανητά. Περιχυμένοι με μια σάλτσα που είχε απόχρωση μαονιού, έμοιαζαν με γκλασαρισμένα κάστανα. Το είδος του εδέσματος που θα έφερνε τον πατέρα του εκτός εαυτού. Πόσες φορές δεν είχαν καβγαδίσει γιατί ο Γκρέγκορ νήστευε το κρέας και γέμιζε το πιάτο του με φρέσκα φρούτα και ξηρούς καρπούς! Καρφώνοντας ένα με το πιρούνι του, βεβαιώθηκε ότι δεν ήταν κάστανο: Δε θρυμματίστηκε, αντίθετα αποδείχτηκε αφράτο. Με ελικοειδείς ραβδώσεις που θα είχε αποτυπώσει κάποια φόρμα στο ζυμάρι πριν το ρίξουν στο τηγάνι, το ντάμπλινγκ θύμιζε πράγματι εξωτικό καρπό. Στις άκρες πιο καβουρντισμένος, η φλούδα του είχε σκάσει εδώ κι εκεί απ’ τη δυνατή φωτιά, αποκαλύπτοντας ένα πιο ανοιχτόχρωμο εσωτερικό. Ενώ δεν είχε ιδιάζουσα οσμή, όπως το δάγκωσε, έπαιξε στα ρουθούνια του μια μυρωδιά από καψαλισμένες τρίχες.

Ήταν στ’ αλήθεια κάτι φυτικό, όχι άνοστο, αν και για τα δικά του γούστα υπερβολικά αλατισμένο. Έβαλε και το υπόλοιπο στο στόμα του, όπως μασούσε όμως απομόνωσε κάτι υπερβολικά σκληρό, ίσως αυτό που ο συνδαιτυμόνας του έφτυνε τώρα μες στο γουβιασμένο χέρι του.

«Ξέρετε τι τρώμε;» ρώτησε μπουκωμένος τον Πολίβκα, που πλατάγιζε άκοσμα τα χείλη του. Τηγανητό πολτό κάποιου απρόσεκτα καθαρισμένου οστρακόδερμου; Δεν τα έφτιαχναν ποτέ στο σπίτι, γιατί ο πατέρας του εννοούσε να τηρεί το κόσερ. Καλού κακού, εξώθησε με τρόπο τη μπουκιά απ’ την κοιλότητα του στόματός του σ’ αυτή του πιρουνιού του.

«Λάρβη. Δε βρίσκετε όμως ότι είναι λαστιχένια στην υφή;»

«Λαρδί;» πήγε να διευκρινίσει ο Γκρέγκορ, βέβαιος ότι είχε παρακούσει, και ταυτοχρόνως απορώντας που ο Πολίβκα έκανε τόσο στοιχειώδη λάθη συμφωνίας στα γερμανικά.

«Έχετε δίκιο, δεν είναι λάρβα,» διόρθωσε ο Πολίβκα, «επιστημονικά λέγεται πούπα. Είναι οι νύμφες του μεταξοσκώληκα, το στάδιο της χρυσαλλίδας.» Και πιάνοντας με τα κινέζικα ξυλάκια το δαγκωμένο τεμάχιο απ’ το πιάτο του, το σήκωσε προς τη μεριά του Γκρέγκορ, εκθέτοντας κάτι που μαύριζε στο εσωτερικό του.

Ο Γκρέγκορ πετάχτηκε όρθιος, ψηλαφώντας τις τσέπες για το πορτοφόλι του. Απ’ αυτό το ύψος, οι καστανές μπουκιές στο μπολ έμοιαζαν κατσαρίδες βρέφη, με ξηλωμένα πόδια και κεραίες κι αεροδυναμική εμφάνιση. Βρίσκοντας το μαντίλι του, έφτυσε μέσα ό,τι είχε στο στόμα του, σάλιο και σωματίδια. Αν ο Πολίβκα είχε προλάβει να δει το χρώμα της φτυσιάς, δεν αποκλείεται ν’ άρχιζε να διαδίδει πως ήταν φθισικός.

Είχε κι εκείνος τώρα σηκωθεί απ’ την καρέκλα του, και προφανώς μαντεύοντας ότι ο Γκρέγκορ θα δοκίμαζε να φύγει, τον άρπαξε σφιχτά απ’ τους καρπούς.

«Αφήστε με να το αναλάβω εγώ αυτό!» κραύγασε, σαν να απευθυνόταν σε αθέατους παρόντες που η υπόθεση του Γκρέγκορ τους αφορούσε όσο και τον ίδιο.

Ασθμαίνοντας κατέφθασε ο σερβιτόρος, χωρίς κολλαριστή πετσέτα, με τον κουτσουρεμένο δεξή καρπό σε πλήρη θέα. Ένα ακρωτηριασμένο αρνίσιο μπούτι στο τραπέζι δεν προκαλεί τέτοια αποστροφή, σκέφτηκε ο Γκρέγκορ, βλέποντάς τον ν’ αναποδογυρίζει με τ’ αριστερό του χέρι τα πιάτα τους πάνω απ’ το μπολ. Παρά τη διάφορά της κλίμακας, υπήρχε μια ύπουλη ομοιότητα ανάμεσα στην πτυχή του δέρματος που σφράγιζε το εναπομείναν δεξιό του άνω άκρο, και στους δακτύλιους που περιέβαλλαν το σώμα της τηγανισμένης χρυσαλλίδας.

«Αίσχος! Αυτό ήταν απαράδεκτο!» διαμαρτυρήθηκε με πάθος ο Πολίβκα. Tο γκαρσόνι ανασήκωσε τους ώμους σαν να ’θελε να δείξει ότι δεν τον βάρυνε η ευθύνη για το φαγητό που είχε σερβίρει, ή ότι δεν καταλάβαινε καν τι του έλεγαν. Ο Γκρέγκορ επωφελήθηκε απ’ τη στιγμιαία διάσπαση της προσοχής του αντιπάλου του, για να ελευθερώσει τους καρπούς του. Αντί ο Πολίβκα να τον εμποδίσει, βούλιαξε στην καρέκλα του κρύβοντας το πρόσωπό του στις παλάμες του.

«Χερ Σάμσα!» άκουσε τη φωνή του πιο βραχνή, πάνω που γύριζε να φύγει. «Πόσες φορές δε βρέθηκα στη θέση σας! Σε μια επαρχιακή πολίχνη, να υπομένω τις ιδιοτροπίες κάποιου ανισόρροπου πελάτη…»

«Ας το ξεχάσουμε,» τον έκοψε ξερά ο Γκρέγκορ, περνώντας τα χέρια μεσ’ απ’ τα μανίκια του παλτού του.

«Δεν είστε μόνος σας, έχω κι εγώ αποκάμει!» ύψωσε δραματικά τον τόνο του ο άλλος. «Σιχάθηκα αυτό το επάγγελμα!» αναφώνησε, και μ’ αγανάκτηση απέσπασε το παπιγιόν απ’ το λαιμό του. Τώρα, αντί για λαιμοδέτη, κρεμόταν κάτω απ’ το κολάρο του το άσπρο λάστιχο που προηγουμένως κράταγε το παπιγιόν, με δύο μισοξηλωμένες σούστες σαν μύγες που καθαρίζουν τα μπροστινά τους πόδια τρίβοντάς τα μεταξύ τους.

Ο Χερ Πολίβκα στράφηκε στον Γκρέγκορ με βλέμμα παρακλητικό:

«Δεν είναι ψέμα ότι γνωρίζω τον πατέρα σας. Βέβαια γνωριστήκαμε σε άλλες εποχές που εγώ ένιωθα λίγο πολύ όπως τώρα, μόνο που πίστευα ότι με τον καιρό αυτό θ’ αλλάξει. Θα μεγαλώσω και θα μου περάσει. Περνάει, αλλά δεν αλλάζει.»

Ο Γκρέγκορ ξανακάθισε στη θέση του χωρίς να βγάλει το παλτό του. Θα του έδινε μια τελευταία ευκαιρία, κι αν πήγαινε κι αυτή χαμένη θ’ αποχωρούσε δίχως να παραφερθεί.

«Εγώ κι ο Χέρμαν ήμαστε τόσο δεμένοι, η σύγκρουση ανάμεσά μας τελείως αναπόφευκτη,» εξακολούθησε ο Πολίβκα. «Τυχαία σύμπτωση, θα πείτε, το να σας ξαναβρώ. Εκ των υστέρων όμως, τίποτα δε φαίνεται τυχαίο. Και αντιστρόφως: Και μια νομοτελειακή αλλαγή, γι’ αυτόν που την υφίσταται μπορεί να μοιάζει συμπτωματική. Ξέρει η λάρβα ότι θα γίνει πούπα κι εν συνεχεία τέλειο έντομο; Πολύ αμφιβάλλω. Αν το ’ξερε, δε θα ’δειχνε τέτοια βιασύνη. Έχετε υπόψη σας ότι το έντομο που βγαίνει απ’ το κουκούλι ζει το πολύ κάνα τριήμερο; Και δεν πετάει. Οι πεταλούδες του μεταξοσκώληκα έχουν φτερά, αλλά δεν πετάνε.»

[…]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: