Eκδυση IV

IV

Κανείς δεν τον εμπόδισε όταν το έβαλε στα πόδια, ούτε ο σακάτης σερβιτόρος, ούτε και το σιχαμερό ζωύφιο σε μέγεθος σκυλιού. Πόσο εγκαταλειμένοι ήταν οι δρόμοι, πόσο έρημη αυτή η συνοικία! Κανείς δεν έτρεχε ξωπίσω του. Και στα ένα δυο παράθυρα που άνοιξαν στο πέρασμά του, φάνηκαν πρόσωπα νωθρά, αδιάφορα στον ήχο του φτυαρίσματος που έκαναν οι μπότες του όπως χτύπαγαν στο χιόνι. Τ’ άσπρο σεντόνι ήταν τώρα λασπωμένο και σκληρό. Γκαπ γκουπ, γκαπ γκουπ. Αυτός θα ήταν και ο μόνος ήχος όταν θα είχε πάψει το λαχάνιασμά του. Ο μόνος ήχος που μπορούσε να ’ναι βέβαιος πως θ’ ακουγόταν όταν αυτός δε θα μπορούσε πια ν’ ακούει. Κι ο Γκρέγκορ σκέφτηκε το χώμα που θα πετούσαν στον τάφο του οι πενθηφορούντες, με την απάθεια που άλλοτε σκεφτόταν μόνο το θάνατο αλλονών.

Βεβαίως δεν ήταν όνειρο. Αλλά τι ήταν αυτό που έβλεπε κανείς στον ξύπνιο του κάποιες στιγμές που του φαινόταν πως θα μπορούσε και να ονειρεύεται;

Μίζερο πλάσμα, ένιωσε οίκτο ξαφνικά για τον Πολίβκα – οίκτο, μαζί και κάτι άλλο αδιευκρίνιστο. Γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε να του δώσει μια απάντηση – τι ειν’ αυτό που βλέπει κανείς στον ξύπνιο του κάποιες στιγμές που αναρωτιέται μήπως ονειρεύεται.

«Μη χάνεις τον καιρό σου», του τσαμπουνούσε η μάνα του. Ενώ ο πατέρας του, σαν μην του έμενε καιρός για χάσιμο, δεν του έδινε ποτέ του συμβουλές. «Κοιμάσαι όρθιος!» φώναζε του Γκρέγκορ.

Κι η αδερφή του η Γκρέτε, τι μπορεί να ’βλεπε στον ξύπνιο της πριν ακουμπήσει το δοξάρι στη χορδή;

«Ένα γιγάντιο έντομο, για σκέψου! Τι βρίσκεις και διηγείσαι σε ώρα φαγητού!» θα εκνευριζόταν η αρραβωνιαστικιά του η Φελίτσε.

Έκανε παγωνιά κι είχε αρχίσει ήδη να νυχτώνει. Με τον πελάτη τα ’χε θαλασσώσει, το σφραγισμένο φάκελο τον έδωσε σε λάθος πρόσωπο. Αν ήταν πρόσωπο ο Πολίβκα, σκέφτηκε ανατριχιάζοντας.

Θα έφτανε ποτέ στον κεντρικό σταθμό; Θα έβρισκε ποτέ το δρόμο για να γυρίσει σπίτι;

Κι αν τόσην ώρα έκανε κύκλους στους ίδιους χιονισμένους δρόμους, όπως ο μεταμορφωμένος Χερ Πολίβκα μέσα στους τέσσερις ασβεστωμένους τοίχους;

Τότε είδε μπροστά του επιτέλους την πρώτη πινακίδα που έγραφε Κεντρικός Σταθμός. Προσπέρασε, κι αμέσως είδε κι άλλη, κι ύστερα άλλη. Ίσως να ήταν τώρα που έκανε κύκλους περνώντας και ξαναπερνώντας απ’ τους ίδιους δρόμους, με τις προσόψεις των σπιτιών τους ίδιες κι απαράλλακτες, μονίμως αντικρίζοντας την ίδια πινακίδα.

Μετά από λίγο έφτασε ωστόσο στο κτίριο του κεντρικού σταθμού, που αν τα μάτια του δεν τον γελούσαν, δεν έφερε ουδεμία εξωτερική τουλάχιστον ομοιότητα με το εστιατόριο απ’ όπου είχε δραπετεύσει. Και, επιπλέον, υπήρχαν τρένα.

Ίσα που πρόλαβε να ορμήσει στην αμαξοστοιχία που αναχωρούσε απ’ την πλησιέστερη πλατφόρμα – όλα τα τρένα είχαν με κάποιο τρόπο σύνδεση για την Πράγα. Όμως η ανακούφισή του μετατράπηκε σε πανικό, όταν διαπίστωσε ότι οι επιβάτες στους διαδρόμους τον κοιτούσαν. Με τι αφορμή να ψηλαφίσει το πρόσωπό του με τα χέρια του, για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε υποστεί εν αγνοία του κάποια τρομακτική μετάλλαξη;

Αλληθωρίζοντας λιγάκι, έβλεπε ως συνήθως τη στρογγυλή απόληξη της μύτης του. Κλείνοντας το ’να μάτι και κοιτάζοντας με τ’ άλλο προς τα μέσα, έβλεπε ολοκάθαρα την καμπή της μύτη του – το σχήμα έμοιαζε αρκετά εξευγενισμένο. Τουλάχιστον η μύτη του ήταν ακόμα εκεί.

 […]

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: