Συμεών Βάλας: Αποσπάσματα

[Αδύτου μηνός. Νύκτα πρώτη.]

Ότι αγρυπνούσα ύπνο ερπετό τον πυρετό οφθαλμό κι’ επάνω μου κρεμότανε σπαθί γυμνό στην αιχμηρή του ακινησία. Κι’ αίφνης ο λόγος κραύγασε στήθος ανάσες στη φωνή μου: «Και αν αίμα· και αν όψη· και αν μένος που υπέφερα άνανθο ξύλο τον τροχό κατά τη δαίμονα φορά του, θυμήσου: Αυτός εκδικεί· Αυτός αξιώνει· Αυτός επιβάλλει μια νέα δυναστεία των παθών· σκυφτή, ασάλευτη μορφή, μέσα στην ύστατη παντοδυναμία της, διατάζει: ‘’Έξω, ο λαός σφαδάζει με γλώσσα ικετήρια την πόλη· αφήστε τον να πεθάνει, αφήστε τον να πεθάνει’’».

[ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟ]

«[…] κι’ αυτός που δεν θα εργαστεί, δεν θα φάει·» στάθηκε τότε η φωνή του: στήθος σκοτάδι τρίζοντας και πάσχοντας ανάσα. Σήκωσα βλέμμα στη μορφή του: προς τα πάνω κυρτές μαύρες γραμμές το μέτωπο ματώνει και γκρεμισμένα μάτια του στη μέσα ακινησία γαλάζια, κόκκινα άπλωναν μερίσματα της φλέβας: [κόψη λευκή φωτός, που κατεργάστηκε ο χώρος·] βραχνός έρημος ψίθυρος άνοιγε τώρα ο λόγος: «και μόνο αυτός που έκαψε τα χέρια του στην πέτρα, θ’ αξιωθεί το άγγιγμά του και μόνο αυτός που μαύρους έδρεψε καρπούς το δέντρο της ζωής του, θα σπείρει κήπους. Αυτός που δεν θα εργαστεί, δεν θα φάει· αλλά αυτός που θα εργαστεί, θα γεννήσει τον ίδιο του τον πατέρα. [Αδύτου μηνός. Νύκτα τέταρτη.] Κι’ έτεινα δυο πέτρες διάστημα προστακτικό το χέρι: κατά το ασπράδι του κρανίου. Και επανέλαβα: «Κόψη δεν έσπειρε τυφλό θανατικό στην ερημιά που μαίνεται η φρίκη ‘’άνθρωπος’’; Ειδάλλως, ποια νέκυια πληγή καθεύδει κόγχη κόκαλο στην αιχμηρή καταγωγή της; Πεισθείτε, Άρχοντα: κτήνος λαός σημαίνει μέρισμα στο τρομερό μαχαίρι· σημαίνει υπήκοη βορά στη δυναστεία του λύκου ζώου και στήθος κάτεργη κραυγή – είτε από Άρνηση είτε από Μίσος».

[ΑΣΜΑ ΕΒΔΟΜΟ]

Ποιαν έρημο, πατέρα, υπάρχεις τώρα εντός μου; Ό,τι πληγή: σκοτάδι αίμα παύει στο άνοιγμά της και βαθιά της: ξεσπάζει μια νύκτα βοή. Δεν βλέπω ρίζα: το μαύρο δέρμα του ερπετού που κατορθώνει έναν κορμό κόκκινα φύλλα, μάτια πουλιά και νύχια· ένα κομμένο χέρι φως σφύζει ρωγμή την κάθετη εκφορά του κι’ από τα δάχτυλά του δείχνει πώς ψαύει την πέτρα μια αράχνη φωτιά: ό,τι κινεί φρικτά το μέσα σχήμα του Θεός.

Από το βιβλίο Συμεών Βάλας: Ένα σχεδίασμα, 2010

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: