Οπου βρίσκεται το πισί σου (7)

Οι φίλοι μου οι Αθηναίοι δεν είναι Αθηναίοι, όπως και οι περισσότεροι Αθηναίοι φαντάζομαι.

Είναι Καβαλιώτες, Θεσσαλονικείς, Κομοτιναίοι, που βρέθηκαν εδώ με το ζόρι, επειδή γουστάρουν αυτή την πόλη ή επειδή δε γουστάρουν καθόλου τις άλλες, ή επειδή είναι ό,τι κοντινότερο στη Νέα Υόρκη τους έκατσε.

Οι φίλοι μου οι Αθηναίοι με βάζουν και κοιμάμαι στα κρεβάτια τους, στα πολυκαιρισμένα δυάρια τους με τα υπερτιμημένα ενοίκια. Το νούμερο ένα μου ήταν το μίζερο δυάρι του Μάριου στου Ζωγράφου: το πιο υπνωτικό υπνοδωμάτιο. Με το που άναβα το ντεκό λαμπατέρ, με το που στύλωνα το μάτι στην αφίσα σιγαρέτα Ματσάγγου, έλιωνα. Τα ξύλινα παντζούρια δεν έμπαζαν ίχνος φωτός, ξυπνούσα απόγευμα μαζί με τον Μάριο που έγραφε όλο το βράδυ κώδικα στο πισί, στο διπλανό δωμάτιο. Στο ψυγείο μόνο παγωτό και σεκέρ παρέ, στο ράφι μόνο εσπρέσο και σοκολάτες. Όταν άργησα να ξυπνήσω για φωτογράφηση σε γυναικείο περιοδικό, ο Μάριος μου ‘φτιαξε εσπρέσο που ήπια μονορούφι, στο Μπαλτάσαρ τα χέρια μου τρέμανε, νευρικά τικ διαπερνούσαν τα μάγουλά μου. Στη φωτογραφία είμαι σαν ξανθιά ψυχοπαθής γερμανίδα γκουβερνάντα –ο εσπρέσο, εκτός των άλλων, ξανθαίνει.

Γράφε γράφε, με τις κουρτίνες κλειστές για να μην ξέρει ότι έξω έχει ήλιο, ο σούπερ- Μάριο μετατράπηκε σε μάγο της πληροφορικής. Επέστρεψε στην Καβάλα μόνο για την κηδεία του πατέρα του, ακριβώς για ν’ αποφύγει αυτή την αγκαλιά, αυτή την επαρχιακή κουβέρτα της γενέθλιας πόλης, που σε νανουρίζει και δε σ’ αφήνει να σκάσεις μύτη. Μετά ερωτεύτηκε μια χορεύτρια και έπιασε διαμπερές ρετιρέ στα όρια του δακτυλίου, με ντιζαινάτους καναπέδες και τεράστιες τζαμαρίες που μπάζουν όλο τον ήλιο της Αθήνας στα μούτρα μου το πρωί.

Πάνε τα ξύλινα πατζούρια. Ξεσπιτώθηκα.

Το να ‘ρθω στην Αθήνα ήταν πια τυράννια. Δοκίμασα άλλα σπίτια, πτυσσόμενους καναπέδες και ντιβάνια ανθρώπων που ξυπνούσαν πρωί πρωί και κοιμόντουσαν νωρίς το βράδυ. Δοκίμασα συγγενείς που τα παιδιά τους έμπαιναν στις έντεκα το πρωί στο δωμάτιο που κοιμόμουνα να πάρουν τις κάλτσες τους, μη διανοούμενα ότι υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να κοιμούνται τέτοια ώρα. Έπαιρνα το Μάριο και τον εκλιπαρούσα, να μετακομίσει πάλι στου Ζωγράφου. Επέστρεφα στη Θεσσαλονίκη σε δυο μέρες ξεθεωμένη…

Όμως, μετακόμισε η Ανζελί στην Κυψέλη, επιβεβαιώνοντας το αξίωμα που λέει ότι αν αφήσεις το ιδιόκτητο σούπερ σπίτι σου στην ανακαινισμένη καπναποθήκη της Καβάλας, μόνο ένα μάπα διαμέρισμα στην Κυψέλη δικαιούσαι να βρεις.

Η Ανζελί με βάζει και κοιμάμαι στο κρεβάτι της, με τα μεταλλικά κάγκελα και τον αντι-φενγκσούι μπαρόκ καθρέφτη απέναντι. Στο κομοδίνο στήλες με ID, Wallpaper και Details. Όταν ξυπνάω μέσα σ’ αυτή την αρτιστίκ ατμόσφαιρα νομίζω προς στιγμήν ότι βρίσκομαι στο condo του πρώην της Εύης στο Μανχάταν… Να και ο φωταγωγός όπου πετούσαν απευθείας τις σακούλες με τα σκουπίδια που κατέληγαν σε συλλέκτη στο υπόγειο, να και τα φαρδιά περβάζια των παραθύρων, να και ο δερμάτινος καναπές, να και τα φαγωμένα πλακάκια του μπάνιου! Ω λα λα. Μένω σ’ ένα νεοϋορκέζικο flat της εξωτικής Κυψέλης.

«Δε μπορώ ακόμα να το νιώσω σπίτι μου», λέει, καλύτερα, σκέφτομαι, έτσι θα βγεις επιτέλους απ’ αυτό. «Πάμε Χαλάνδρι», λέει, αλλά δε θέλω να βγω απ’ την Αθήνα. Για μένα Αθήνα είναι το κέντρο, μέχρι Κυψέλη, Αλεξάντρας και Κηφισίας, και τα γύρω γύρω επαρχιακές κωμοπόλεις. «Πάω επαρχία», λέει κι εξαφανίζεται πάνω στην Γιαμάχα, ένα μήνα μόνο εδώ και κυκλοφορεί με τη μηχανή σαν αθηναία, βρίζοντας, υπομένοντας και σχολιάζοντας τα πάντα, και γνωρίζοντας πώς να αποφύγει κάθε μέρα το μπάχαλο των δρόμων, και σκέφτομαι ότι σπίτι της είναι όλη η πόλη, όπως δεν υπήρξε η Καβάλα με τις σπανακόπιτες, τα γεμιστά της γιαγιάς και το σούπερ σπίτι ποτέ.

Σπίτι είναι εκεί που βρίσκεται το πισί σου…

Κι εγώ. Θέλω να φέρω το πισί μου στο Κολονάκι, να ‘χω μια καλημέρα με τη Νατάσα Καλογρίδη, που ‘χω στο κάτω κάτω δει δυο φορές γυμνή – στο θέατρο. Και να υποχρεώνομαι να κατεβάζω τα σκουπίδια στην τρίχα, αφού μπορεί να πέσω πάνω στη Νατάσα και να της πληγώσω την αισθητική… Κι έτσι να εξωθηθεί στα άκρα η μανία μου για το ωραίο. Και για το ντελικατέσεν: Να τρώω το μεσημέρι μπριός με μοτσαρέλα, να φοράω φούστες eighties με κίτεν χιλς που θ’ αντηχούν -τοκ τοκ- στο πεζοδρόμιο, να προγραμματίζω τη μέρα μου απ’ το πρωί –ω παρντόν, το μεσημέρι- να προβλέπω αρκετό χρόνο για να φτάσω όπου πρέπει να φτάσω, να πάψω ν’ απολογούμαι ότι στήνω τους άλλους, να μη διανοούμαι να οδηγήσω αμάξι, να μάθω να κυκλοφορώ με βέσπα, να μη μπαίνω ανάποδα σε όλους τους μονόδρομους, να ξαναθυμηθώ τη δικτατορία της Τσιμισκή -της Θεσσαλονίκης- όπου κυκλοφορούν σαν να βγήκαν από την Αμερικάνικη Vogue.

Χμμμ, ίσως όχι. Ίσως να θέλω να μείνω στην Κυψέλη.

Advertisements

6 thoughts on “Οπου βρίσκεται το πισί σου (7)

  1. Διαφωνώ με πολλά από αυτά που λες και τον τρόπο ζωής που περιγράφεις/προωθείς, αλλά δεν μπορώ να μη θαυμάσω ένα κείμενο γραμμένο με αμεσότητα, ζωντάνια και καλό χειρισμό των λέξεων..

  2. διαβασα προσφατα τα βιβλια σου… και σε φαντασιωνα να ζεις στην Ν. Υορκη, Μπερλιν, Σαλονικη ή εστω Καβαλα…

    πως ξεπεσες κι εσυ στη χαμουτζια…

    παντως, βρισκω τη φρεσκια σου ματια στην τρισαθλια μας πολη πολυ ενδιαφερουσα… μια νεα προοπτικη…

  3. Σε νιώθω και σε ζηλεύω, αν τολμούσα να το παραδεχτώ.

    Άργησες να έρθεις στην Πόλη (όχι Κων/πολη) και αυτό έχει τον λόγο του, τον-ακόμη-μυστήριο για σένα, ίσως είναι προφανής σε μένα αλλά δε θα σου το αποκαλύψω ακόμα, έλα να με βρεις.

    Απόλαυσε τις στιγμές σου στο Κέντρο, δεν υπάρχει όμοιό του πουθενά.

  4. Έχεις ωραιοποιήσει σε υπερβολικό βαθμό την Αθήνα, μου φαίνεται. Δεν νομίζω να είναι ότι πιο κοντινό υπάρχει στην Νέα Υόρκη (που έτσι κι αλλιώς δεν την έχω σε προτίμηση). Τουλάχιστον τα τρία χρόνια που πέρασα στην Αθήνα, δεν μπόρεσα ποτέ να συνηθίσω τον τρόπο ζωής, το τρέξιμο, το άγχος, την επιθετικότητα, την απρόσωπη μάσκα που φοράει αυτή η πόλη και οι κάτοικοί της (ζητώ συγνώμη από όσους Αθηναίους διαβάζουν αυτό).
    Ωστόσο βλέπω ότι έχεις διαμορφώσει την δικιά σου, ωραία εικόνα, για την ζωή εκεί, και αν δεν το είχα ζήσει από κοντά, θα μπορούσες να με πείσεις με το γράψιμο σου. Άλλωστε, σπίτι είναι εκεί που είναι το πισί σου (επίσης, αν γέρνεις το κεφάλι σου στο πισί σου μετράει διπλά σαν σπίτι).
    Έτυχε βέβαια να διαβάσω το πρώτο σου βιβλίο όσο ήμουνα Εδινβούργο, και πιστεύω ότι η Λου, τουλάχιστον, θα ήταν τυχερή αν κατέληγε εκεί, έστω για το φεστιβαλ. Αλλά όπως γράφει η Εύη για την Εύη (αυτή τη φορά), θα μπορούσες να αλλάξεις μόνο το όνομα της πόλης (και το βρίσιμο βέβαια), και το κείμενό σου θα ήταν πάλι το ίδιο. Αρκεί βέβαια να είχες το πισί σου μαζί…

  5. ντίαρ ντούγκαλ
    το κείμενο γράφτηκε πριν. τώρα, έχω πάντα το μικροσκοπικό πισι μου μαζι, πράγμα που μου δινει μια ασφάλεια (?) αλλα δεν νιώθω σπιτι μου παντου. χρειαζομαι και φυτά, τραπέζι κουζινας με ωραία ξύλινη επιφάνεια, καναπέ και λιγη θέα. και ήσυχο υπνοδωμάτιο. σπίτι μου ειναι συνήθως και ο άνθρωπος με τον οποιο ειμαι.
    γουστάρω την αθήνα, πάντως: ας ελπίσουμε οτι εκεί που μετακομιζω τώρα, στη νεάπολη, θα είναι ‘σπίτι μου’.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: