(3)

…Παρατηρώ όμως ταυτόχρονα πως στα σαράντα δύο μου έγινα ένας άνθρωπος που πρέπει να ρωτήσει τον διπλανό του αν αυτό που ακούει και διαβάζει στα ΜΜΕ είναι αλήθεια ή ψέμα. Ομολογώ πως δεν ξέρω ποια είναι η αλήθεια και ποιο το ψέμα, αφού μάλλον μας διαφεύγει εντελώς το περιβάλλον που γέννησε την κατάσταση που οφείλουμε όλοι εμείς σαν πολίτες μιας ευνομούμενης κοινωνίας να υπακούσουμε.
Γεγονότα χαμηλής έντασης αρχίζουν να συντηρούνται από τα ΜΜΕ σιγά και μεθοδικά κατασκευάζοντας υπηκόους. Μας πείθουν με την εικόνα. Η εικόνα δεν είναι πια μια προοπτική αντιληπτική ικανότητα, δεν είναι το αισθητηριακό αποτέλεσμα. Βρισκόμαστε πια εγκλωβισμένοι μέσα στην εικόνα. Πολλές εικόνες μαζί συνθέτουν ένα έργο και οφείλω να παραδεχτώ πως σε αυτό το έργο εμπεριέχεται όλη η ανθρώπινη ενδιαίτηση. Εκεί, κάπου σε ένα μέρος του κάδρου βρίσκομαι και εγώ και εσείς.
Ζούμε σε συντελική εποχή ή βιώνουμε τέτοιες κοσμοϊστορικές αλλαγές που στο ανθρώπινο μυαλό οι χρόνοι που συντελούνται μοιάζουν συντελικοί; Τότε είναι που με καταλαμβάνει η ματαιότητα, τότε είναι που η αγαπημένη μου υποστηρίζει πως φοβάμαι ν’ ανοιχτώ για να νιώσω την αγάπη της και προσέξτε τούτο το λέει σ’ έναν ποιητή. Όχι δεν διαφέρω από όλους εσάς που ζείτε δίπλα μου, αντιλαμβάνομαι όμως την αλήθεια κάπως διαφορετικά απ’ ότι την αντιλαμβάνεστε όλοι εσείς. Ίσως παίρνω ορισμένα γεγονότα κατάκαρδα. Ίσως και να στεναχωριέμαι πιο πολύ. Άλλες φορές θέλω να βιώσω το γεγονός για να έχω ιδία αντίληψη, δεν μου φτάνει η αντίληψη από την παραθετική γνωριμία με αυτό. Κι έτσι πονάω και ματώνω και κλείνω τα μάτια μου να μην αντικρίζω πως όλα γινήκαν γιατί ο άνθρωπος έμαθε να στερείται του γνωρίσματος να ξεχωρίζει την αλήθεια από το ψέμα.
Πριν από χρόνια εμείς οι μεσήλικες σήμερα Έλληνες ζούσαμε στα οικογενειακά μας σπίτια με τη συντροφιά των παππούδων μας και των γιαγιάδων μας. Έτσι μάθαμε την ιστορία μας. Εκείνοι μας διηγήθηκαν τις δακρύβρεχτες ιστορίες των πολέμων που είχαν την ατυχία να ζήσουν. Κι όμως διηγούμενοι τα πιο άσχημα και βασανιστικά πράγματα που είχαν βιώσει ζούσαν μέσα από την παράθεση αυτών των γεγονότων. Ζούσαν και τα χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα για συνετιστούμε εμείς τα παιδιά τους. Και κάθομαι και λέω πόσο πια ο άνθρωπος θα ζει με αυτό το εσφαλμένο αίσθημα του εγώ. Αλίμονο να υποστηρίζουμε την πείνα και τις κακουχίες επειδή μας έχει περισσέψει το ψωμί στο καθημερινό μας τραπέζι.
Σήμερα μετά την επέλαση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στη χώρα μας κάποιοι ισχυρές φωνές των ΜΜΕ φωνασκούν πως επιτέλους τέλειωσε η εποχή του life style και τώρα θα δούμε όλοι την αλήθεια κατάματα. Πίσω από τα λόγια τους νιώθει κανείς πως χαίρονται που θα υποφέρουμε για όσα χρόνια θα συμβαίνει αυτή η ανάσχεση στη χώρα μας. Δηλαδή έφταιξε το life style για την κακή μας οικονομική κατάσταση; Αυτά τα γουρούνια θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πως πρέπει να είμαστε ένοχοι που ακολουθήσαμε την εικόνα που είχε αρχίσει επικίνδυνα να ξεφεύγει από τα όρια του κάδρου και τελικά επικάλυψε την ίδια την πραγματικότητα;
Ορισμένοι από εμάς είχαμε σαφώς καταλάβει πως αυτή η κοινωνία της εικόνας είχε πια καλύψει την πραγματικότητα και το μόνο που μας σώζει είναι να αλλάξουμε τη θέση μας, έτσι ώστε να δούμε αυτήν την εικόνα από μια διαφορετική οπτική γωνία, να μάθουμε να παρατηρούμε ακόμα και τους ίδιους μας τους εαυτούς μέσα στην εικόνα.
Έχει όμως πια αποδεχθεί ο άνθρωπος πως είναι εντελώς φυσιολογικό η γάτα να μοιάζει πίσω από τη διάθλασή της με πάνθηρα, ο πλανητάρχης να έχει κηρύξει τον πόλεμο σε όποια χώρα αντινομεί στα συμφέροντα της υπερδύναμης και όλοι μαζί να υποτασσόμαστε στη συλλογική υστερία μιας κακής στιγμής, αφού αυτή η δύσκολη, κακή στιγμή μας δίνει περισσότερη αίσθηση ζωής από την ησυχία, τη γαλήνη, την πραότητα και την ευχαρίστηση.
Τέτοια είναι η εποχή μας, ειδικά μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κατάντησε ως εποχή με μαζικές απόπειρες υποβιβασμού της αλήθειας, εποχή που τις τελευταίες δεκαετίες η πληροφορία διαδίδεται όπως η φωτοκόπια ενός φωτοτυπικού μηχανήματος. Στο τέλος φτάνει να μεταδίδεται μια πληροφορία, μια γνώση που ουδεμία σχέση έχει με την αρχική, με αυτή την πρώτη ιδέα, μια γνώση που έχει ξεθωριάσει πλήρως από το πρωτότυπο.
Και βλέπεις τους κάπως υποψιασμένους αυτής της χώρας να θέλουν να μετοικήσουν για να υποστηριχτούν από πολιτειακά συστήματα που δεν έχουν υποστεί τέτοια καταστροφή. Ποια είναι η δική μας καταστροφή; Πως δεν ξέρουμε πλέον ποια είναι η αντικειμενική πραγματικότητα. Έτσι και αναιρέσουμε την εικόνα, έχουμε αναιρέσει και τις ζωές μας. Δεν μπορούμε να κατανοήσουμε πως έρχεται η στιγμή που μέσα μας τίθεται η ερώτηση μήπως πρέπει να σπάσουμε αυτόν τον καθρέφτη που αντικρίζουμε;
Τα μικρά παιδιά όταν κοιτάζουν το είδωλό τους στον καθρέφτη, τείνουν να γυρίζουν τον καθρέφτη από πίσω, μήπως και αυτό που αντικρίζουν δεν είναι αντανάκλαση παρά κάτι που βρίσκεται στο επέκεινα. Κι ύστερα μεγαλώνουν… εγκαθίστανται οι φόβοι, τα πάθη, τα μίση, η ζήλια, το θέλω, το μπορώ, το δεν μπορώ, το εγώ, προστίθενται οι σχέσεις επιτυχείς ή ατυχείς με τους άλλους ανθρώπους και φθάνει και η περίοδος που ίσως ο έρωτας τους κάνει να δουν με άλλα μάτια την εικόνα τους και την εικόνα της κοινωνίας. Οι ερωτευμένοι είναι η πιο τολμηρή κοινωνική ομάδα, ένας ερωτευμένος άνθρωπος μπορεί να καταφέρει τα πάντα και για τούτο συνήθως οι ήρωες είναι νέοι και ερωτευμένοι.
Ο ποιητής έχει αποδεχθεί τη δύναμη του έρωτα, είτε βιώνει, είτε όχι τον έρωτα, ενσωματώνει πάντα μέσα στο ποιητικό του σύμπαν το τρίπτυχο: ζωή, έρωτας, θάνατος. Αλλιώς δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ποιητικό σώμα ολοκληρωμένο, το οποίο θα μπορεί να ταξιδέψει στο χωροχρόνο της ανθρώπινης πραγματικότητας. Γιατί ευτυχώς δεν είναι ο Ποιητής που θα πλαστεί μέσα στον κόσμο, αλλά ο κόσμος που πλάθει ο ίδιος ο ποιητής για να τον κατανοήσει και έτσι να τον καταγράψει.
Να λοιπόν γιατί πιστεύω πως το μοναδικό μας καταφύγιο που έχει απομείνει είναι η Ποίηση. Γιατί η Ποίηση είναι ικανή να μην αποδεχθεί την εικόνα που έχει πια επικαλύψει την πραγματικότητα, αλλά να πλάσει η τέχνη καθαυτή μια εικόνα που θα διαλέξει και θα την εννοήσει ως πραγματική.
Και λέω ευτυχώς που είμαι ποιητής, που νιώθω και πράττω ως ποιητής, γιατί έτσι δεν θα τους κάνω τη χάρη να γονατίσω και να υποταχτώ στο ξετύλιγμα της συντελικής ταπισερί που θέλουν να την πουν πραγματικότητα. Θα αντισταθώ και θα σας παρακαλούσα να μην μιμηθείτε αυτό το αλληθωριστικό φαινόμενο που θέλει να σας οδηγήσει σε μια θολή αντίληψη της εικόνας.
Και αν σας μίλησα για την αγαπημένη μου, είναι που ο έρωτας με έχει κάνει ατρόμητο και νεαρό ξανά, να μπορώ να αμφιβάλλω αν ό,τι έχω σφίξει όλη την ημέρα μέσα στην αγκαλιά μου μού ανήκει καθ’ ολοκληρία. Είναι που ο έρωτας ξύνει το μολύβι μέσα στην καρδιά και με το αίμα μου γράφει τους στίχους μιας ύπαρξης που πάει να γεννηθεί για να γίνει η πρώτη αλήθεια. Και η πρώτη αλήθεια μέχρι σήμερα δεν είναι άλλη για μένα παρά: ο έρωτας.
Κι ούτε βέβαια είμαι αλαζών, αλλά ένας άνθρωπος που είναι τόσο ένοχος, όσο και αθώος για να μπορεί να ομολογήσει πως είναι ο έρωτας και η ποίηση, που κινεί τα χέρια του και κάνει την καρδιά του να χτυπά συντονισμένα μέσα στο κέντρο του ηλιακού γαλαξία.
Ένας άνθρωπος τόσο ένοχος που ανέχεται να εκτελούνται με ήπιες θανατηφόρες ενέσεις οι βαρυποινίτες των ΗΠΑ, που ανέχεται τα ρεσάλτο του Ισραήλ στις νηοπομπές ανθρωπιστικής βοήθειας.
Έχετε κάνει μια βόλτα στην Ομόνοια να δείτε την εξαθλίωση των ανθρώπων που τρυπιούνται για να σταματήσουν το καταραμένο τους μυαλό; Έχετε ποτέ ζήσει σε ένα δωμάτιο με ανθρώπους αδύναμους, εξαρτημένους από το δουλεμπόριο των φαρμακοβιομηχανιών; Ίσως ναι. Οι περισσότεροι θυσιάζετε την απόγνωσή σας ή τα πικρά χαμόγελά σας μέσα στα ασφαλή σπιτάκια σας. Μέχρι εκεί μπορείτε, δεν σας κατηγορώ. Όχι, εγώ ποτέ δεν θα κατηγορήσω κανέναν.
Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος έτσι κι αλλιώς. Ποτέ δεν κατάφερα να έχω ένα μόνιμο κέντρο βαρύτητας. Είμαι ένα σιχαμένο και καταραμένο εκκρεμές που χορεύει τα βαλς του Σοστακόβιτς, που ακούει Μάνο Χατζιδάκι και ηδονίζεται, που ακούει Radiohead και τον παίρνουν τα κλάματα. Είμαι αυτός που διαβάζει το σούρουπο για παρηγοριά τους στίχους του Ρίλκε, του Ελύτη, του Καβάφη ή του Celan:
«Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ
το πίνουμε μεσημέρι και πρωί το πίνουμε τη νύχτα
πίνουμε και πίνουμε
Σκάβουμε τάφο στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά
ένας άνδρας κατοικεί το σπίτι παίζει με τα φίδια γράφει
γράφει όταν πέφτει το σκοτάδι στη Γερμανία τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτις σκάβουμε τάφο
στους αιθέρες εκεί δεν θα’ ναι στριμωχτά…»

Αυτός ο άνδρας επιτρέψτε μου να είμαι εγώ, για τούτο και σας λέω καληνύχτα σας… αυτός ο κόσμος προχωρά ολοκληρωτικά προς τον αφανισμό του. Μην τον εμποδίσετε… θα μου κάνετε μεγάλη χάρη. Μόνο τότε θα έχουμε χώρο, μόνο τότε δεν θα’ ναι στριμωχτά, έτσι και εγώ θα έχω ως ύστατη δικαιολογία για τον αφανισμό μου, τη δειλία που επέδειξα μέχρι σήμερα, να ανεβώ και να κλέψω τη φωτιά του Δία για να σας τη φέρω, ξανά και ξανά… για όσες φορές χρειαστεί τελικά. Αλίμονο, κουράστηκα. Και σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν θα πω σταμάτησα να αγαπώ, είναι πως εξαντλήθηκα… είναι πως με νίκησε η αιώνια τιμωρία του πατέρα Δία και δεν αντέχω άλλο να μου τρώγουν τα συκώτια… και πως τούτο είναι πολύ ανθρώπινο. Συγχωρέστε με.

Advertisements

2 thoughts on “(3)

  1. Εκείνο που διδάσκει η ιστορία, είχε πει ο Hegel, είναι ότι δεν διδασκόμαστε από την ιστορία. Και αυτό αποδεικνύεται μέρα με την ημέρα στη ζωή του ανθρώπου, που επαναλαμβάνεται σε κυκλική τροχιά γύρω από τον εαυτό, τις πράξεις, τα παθήματά της.
    Ένας Ινδός είπε κάποτε στον κοινωνιολόγο καθηγητή Skolimovsky χαμογελώντας: «Εσείς οι Λευκοί είστε τρελοί! Πιεσμένοι στις μηχανές σας, δουλεύετε σκληρά σαν άγριοι ως τα εξήντα. Μετά, όταν πια είσαστε πολύ γέροι για δουλειά, ψαρεύετε, ταξιδεύετε και αρχίζετε τότε μόνο να απολαμβάνετε. Εμείς τις ευχάριστες ώρες μας τις μοιραζόμαστε σ’ όλο το διάστημα της ζωής μας. Αυτό δεν είναι πιο φρόνιμο;»
    Ο άνθρωπος τρέχει, αγωνίζεται συνεχώς να προλάβει το χρόνο και τη μεγάλη απόσταση που τον χωρίζει από τα όνειρά του, τους στόχους που όταν πλησιάζει –κατά τις επιταγές της σημερινής κοινωνίας- συνεχώς μετατοπίζονται. Και όσο απομακρύνεται από αυτά, παρά τη γνώση, την καλλιέργεια, τη μόρφωσή του, γίνεται αδίστακτος, εκτοπίζοντας κάθε ίχνος ιδεολογίας και ηθικής. Όταν λαοί με κατά τ’ άλλα υψηλό πολιτισμό, στάθηκαν ικανοί για εγκλήματα που θα μπορούσαν να ντροπιάσουν ακόμη και το κτήνος, τίποτα πια δεν είναι απίθανο ούτε ανεξήγητο.
    Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε;
    Πρώτα μια διόρθωση στο ερώτημα. Τι μπορούμε να κάνουμε, όχι τι πρέπει. Γιατί δεν ωφελεί να δεοντολογούμε απέναντι σε ζητήματα όπου δεν έχουμε τη δύναμη να μεταβάλουμε πλήρως τα δεδομένα τους.
    Η επίγνωση των όρων ενός προβλήματος είναι το πρώτο βήμα προς τη λύση του. Αυτό προσπάθησε και προσπαθεί να κάνει διαχρονικά η ποίηση. Σχεδόν ποτέ δε δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα που δεν άπτονται της φύσης της. Άλλωστε τούτα αφορούν την κοινωνιολογία, την επιστήμη, την πολιτική. Και όμως, κύριο ρόλο που οι τεχνίτες της επιτυγχάνουν είναι να διαφωτίζουν πλήρως το ερώτημα, να εξομαλύνουν τη συγκεχυμένη του κατάσταση, να δείχνουν με τον τρόπο τους το δρόμο προς την επίλυσή του. Και αν ο δρόμος τελειώνει μόνο με περπάτημα, τότε εντάσσεται στο χρέος και το γενικότερο ενδιαφέρον όλων μας, αυτή η απόσταση αργά ή γρήγορα να διανυθεί.
    Αφύπνιση και ευαισθητοποίηση, λοιπόν. Να ο κύριος λόγος που οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Αντιόχου. Και αν αλήθεια της ζωής είναι πως ο καθένας δεν παίρνει από εσένα αυτό που του δίνεις, αλλά αυτό που μπορεί να πάρει, διπλασιάζεται αναπόφευκτα η ευθύνη του ποιητή: όχι μόνο να μεταδώσει το καλό, αλλά πολύ περισσότερο, να κάνει το καλό κατανοητό και εύληπτο, να το μεταγγίσει μέσα από τα γραφόμενά του στους αναγνώστες του.
    «Φαντασία, ποίηση και έρωτας», ήταν τα συνθήματα στη φοιτητική ανταρσία του Παρισιού το Μάιο του 1968. Και αν έχουν όντως αλλάξει από τότε οι συνθήκες της ζωής του ανθρώπου, οι δυσκολίες και οι ανάγκες μας έχουν μείνει σε βαθμό μεγάλο αμετάβλητες. Γιατί τόσο σημαντικά ζητήματα δεν πραγματεύονται με νέα συνθήματα, άκαρπες συζητήσεις ή μακροσκελείς περιγραφές ˙ διεκδικούνται με τις πράξεις.

  2. Αφού υπάρχουν τέτοιοι φοιτητές σαν τον Γιώργο Σπηλιωτόπουλο στη Φιλοσοφική Αθηνών εγώ σαν πολίτης αυτής της χώρας ευελπιστώ πως θα ξημερώσουν οι καλύτερες μέρες.
    Γιώργο μου σε ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανες να σχολιάσεις το κείμενο μου. Τα σχόλια σου μου έδωσαν κουράγιο και με γέμισαν ελπίδα. Οφείλω να γράφω, να γράφεις για όλους εμάς που φυλάμε με τη θέλησή μας ή όχι το πνεύμα αυτής της χώρας κι ας ακούγεται τούτο κάπως σοβινιστικό.
    Σε ευχαριστώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: