ΑΝΝ ΣΕΞΤΟΝ – H ποιητική της αυτοχειρίας (α)

[…] Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και τσιμπολογάει τη βρώμα κάτω από το νύχι του δακτύλου του.

Ο άνθρωπος είναι σατανικός,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος είναι ένα λουλούδι
που πρέπει να καεί,
λέω δυνατά.
Ο άνθρωπος
είναι ένα πουλί γεμάτο λάσπη,
λέω δυνατά.

Κι ο θάνατος κρίνει με το συνηθισμένο του βλέμμα
και ξύνει τον πρωκτό του. […]

Ελάχιστοι είναι οι ποιητές που κατά την διάρκεια της ζωής τους αποκτούν δόξα και φήμη από το ποιητικό τους έργο και μάλλον η Ανν Σέξτον πρέπει να ανήκει σ’ εκείνες τις ελάχιστες περιπτώσεις των ποιητών, που περνούν στην αντίπερα όχθη, στο απόγειο της ποιητικής τους δημιουργίας. Όταν η Σέξτον αυτοκτόνησε, το 1974, η ποιητική της φήμη, την είχε κατατάξει ανάμεσα στα ηγετικά ονόματα της σύγχρονης αμερικανικής ποίησης και μάλιστα ως ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά μέλη, μαζί με την Σίλβια Πλαθ και τον Ρόμπερτ Λόουελ, μιας νέας ποιητικής σχολής, αυτής της εξομολογητικής ποίησης (confessional poetry).
Τιμημένη με το βραβείο Πούλιτζερ για το βιβλίο της «Ζήσε ή Πέθανε» και έχοντας στο ενεργητικό της, υποτροφίες, τιμητικούς τίτλους, διδακτορικά, βραβεία και μια ακαδημαϊκή καριέρα όπου το 1972 φθάνει μέχρι την βαθμίδα του Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης, η Σέξτον είναι ίσως η μοναδική από τους σύγχρονους αμερικανούς ποιητές που «κραύγασε» και δημοσιοποίησε την προσωπική της ζωή. Παρόλα αυτά όπως υποστηρίζει και η Diana Hume George στο δοκίμιο της «An Overview of Sexton’s Canon» (Μια σφαιρική θεώρηση του ποιητικού κανόνα της Σέξτον), η ετικέτα εξομολογητική ποίηση μετατράπηκε σε παγίδα η οποία εμπόδισε αναγνώστες και κριτικούς από το να δουν το πραγματικό μέγεθος του ποιητικού κατορθώματος που είχε επιτύχει η Σέξτον. Το ακαδημαϊκό φεμινιστικό κίνημα συνηγόρησε προς αυτή την κατεύθυνση. Οι επιλογές των ποιημάτων της Σέξτον μέσα στις ποιητικές ανθολογίες ήταν πάντα προβλέψιμες και περιορίζονταν στα ποιήματα που αναφέρονταν σε θέματα γυναικεία.
Στα πρώτα της έργα η ποιήτρια αναφερότανε στις εμπειρίες που είχε από τη νευρική της κατάπτωση, την προσπάθεια της για επανένταξη στα καθήκοντα που υπαγόρευε η καθημερινότητα της, αφού ήδη από τα είκοσι της ήταν παντρεμένη και με δύο παιδιά, όπως επίσης και τις απόπειρες αυτοκτονίας που είχε κάνει στο παρελθόν.
Από τη συλλογή «Ζήσε ή Πέθανε», η ποίηση της Σέξτον αρχίζει να αποκτά μια ιδιαίτερη ταυτότητα. Παρόλο που και πάλι χειρίζεται θέματα τα οποία έχουν σχέση με τα προσωπικά της φαντάσματα, το προσωπικό της βίωμα, αυτό ενός τρίτου παιδιού, που γεννήθηκε κατά λάθος, την σχέση με τη μητέρα της και τον πατέρα της, τη σχέση της με τον σύζυγό της Κάγιο, αλλά πέρα από τις προσωπικές αναφορές και τις λεπτομερείς καταγραφές τους, οι οποίες και χαρακτηρίζουν το έργο της ως εξομολο-γητικό, η Σέξτον προσπαθεί από το ατομικό να περάσει στο συλλογικό και να κατανοήσει τον κόσμο. Το παράδειγμα της ζωής της είναι το έναυσμα για να οδηγηθεί με το ποιητικό της σώμα σ’ αυτό που αντικρίζει κλεισμένη πίσω από ένα ομιχλώδες παραπέτασμα, σ’ αυτό που όπως και η ίδια αναφέρει πολύ συχνά, νιώθει ότι δεν ταιριάζει.
Τα ποιήματα της Σέξτον μπορούν υπό μια εποπτεία να θεαθούν, ως μικρές ψυχοθεραπευτικές νησίδες, πάνω στις οποίες πατώντας κάποιος, μπορεί να διασχίσει τον ωκεανό της ύπαρξης από τη μια άκρη του μέχρι την άλλη, συνθέτοντας τον συνολικό εαυτό του ψυχοθεραπευτικά. Έτσι μετατρέποντας σε ποίηση τις προσωπικές τραυματικές της εμπειρίες, ασκεί στον αναγνώστη που έχει παρόμοιες εμπειρίες ένα είδος αποπλάνησης μέσα από την τέχνη. Αλλιώς θα λέγαμε ότι τον σαγηνεύει και τον τοποθετεί μάρτυρα μιας σκληρής ζωής, όπου βέβαια το ατομικό ξεπερνά το συλλογικό, εννοώντας πως ο προσωπικός εφιάλτης του καθενός είναι πολύ πιο έντονος από έναν συλλογικό εφιάλτη (π.χ τον εφιάλτη ενός πολέμου).
Σε πολλά σημεία του έργου της, ο θάνατος ξεχειλίζει και ακόμα και η ίδια η ποιήτρια πίστευε πως η ποιητική έμπνευση συνδέεται με κάποιον τρόπο με τον θάνατο. Βέβαια η άποψη αυτή, μπορεί να χαρακτηριστεί ως απομεινάρι μιας ρομαντικής αντίληψης για την τέχνη και ιδιαίτερα για την ποιητική τέχνη, εννοώντας την εποχή που ο ποιητής προκειμένου να κριθεί και μείνει ποιητής στη συνείδηση του αναγνωστικού κοινού, θα έπρεπε να έχει τουλάχιστον αποπειραθεί έστω κι ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Από μια άλλη οπτική ίσως η βαριά καταθλιπτική συνδρομή της ποιήτριας και η απουσία αποτελεσματικών φαρμακευτικών σκευασμάτων εκείνη την εποχή για την θεραπεία της κατάθλιψης, να συνδέει την ποιητική της έμπνευση με το θάνατο.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: