ΔΙΗΓΗΜΑ: Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ (Μέρος 1ο)

Η Κοκκινοσκουφίτσα προσπαθούσε απεγνωσμένα να συνδεθεί στο Internet. Άλλωστε αυτή ήταν και μία από τις κύριες ασχολίες της τον τελευταίο καιρό, να κάνει chat με όποια αγόρια συναντούσε να σερφάρουν. Ά, όλα κι όλα, μπορεί τα οικονομικά της οικογένειάς της να μην επέτρεπαν εξόδους, ακριβά ρούχα και καλό φαγητό, αλλά το Internet, Internet. Σ’ αυτό έδωσε τη μάχη της η Κοκκινοσκουφίτσα και την κέρδισε. Ξόδευε μεγάλο μέρος από το λιγοστό χαρτζηλίκι της στο λογαριασμό του τηλεφώνου και δε ζητούσε άλλα πράματα, που θα ζήταγαν άλλα κορίτσια της ηλικίας της. Σ’ αυτό ήταν συνεπής, ένα από τα λίγα πράματα που ήταν συνεπής άλλωστε…
«Κοκκινοσκουφίίίίίίτσα, Κοκκινοσκουφίίίίτσα…», άκουσε τη φωνή της μάνας της από την κουζίνα.
«Γαμώτο», σκέφτηκε και την άφησε να φωνάζει χωρίς να απαντήσει.
«Κοκκινοσκουφίίίίτσα…», συνέχιζε η μάνα της, χωρίς να πτοείται.
«Τώρα, σε άκουσα», ούρλιαξε τσαντισμένη η Κοκκινοσκουφίτσα.
«Άει στο διάολο», σκέφτηκε, «κάθε τρεις και λίγο με φωνάζει η υστερική».
Είναι αλήθεια ότι η Κοκκινοσκουφίτσα δεν τα πήγαινε καλά με τη μητέρα της. Βασικά την κατηγορούσε ότι άφησε τον πατέρα της να φύγει από το σπίτι, χωρίς να κάνει κάτι να τον σταματήσει. Αυτό συνέβη πριν χρόνια, όμως η Κοκκινοσκουφίτσα ποτέ δε συμφιλιώθηκε με την ιδέα ότι ο πατέρας της τους παράτησε. Βέβαια δεν είχε και εντελώς δίκιο. Η μάνα της είχε πέσει άρρωστη για μήνες, αφότου έφυγε ο πατέρας της. Τους τελευταίους μήνες όμως είχε αρχίσει σιγά-σιγά να τον κατηγορεί.
«Ναι, καλά που έφυγε για να μας φέρει λεφτά. Καμιά γκόμενα θα έχει γνωρίσει και τον ξεμυάλισε».
Πόσο τη μισούσε τη μητέρα της όταν το έλεγε αυτό. Αλλά ακόμα περισσότερο τη μίσησε όταν άρχισε να φέρνει κάποιους άγνωστους στο σπίτι, τους οποίους τους σύστηνε ως ξαδέλφους.
«Πόσο μεγάλο πια είναι το σόι μας;» σκέφτηκε η Κοκκινοσκουφίτσα, «Ούτε στη «Λάμψη» δεν είναι τόσοι».
Μετά η αθώα μικρή άρχισε να πονηρεύεται κάπως, ιδίως όταν τους έβλεπε να γυρνάνε μισόγυμνοι μέσα στο σπίτι.
«Ε, τα παιδιά έχουν ιδρώσει και ζεστάθηκαν», ψέλλιζε η μάνα της.
«Γιατί, τι έκαναν, έσκαβαν;»
«Κοκκινοσκουφίτσα, σε παρακαλώ πολύ», της έλεγε επιτακτικά η μητέρα της, «μην αμφιβάλλεις συνέχεια σε ό,τι σου λέω».
«Βρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα ξαδέλφια σου, που θες να σε πιστέψω κι από πάνω; Πού ζούμε πια; Στο Μαρόκο; Με οχτώ κουβέρτες σκεπαζόμαστε το χειμώνα και θες να μας πείσεις ότι Νοέμβριο μήνα έχουν φουντώσει οι άλλοι από τη ζέστη;», της απαντούσε και της γύρναγε την πλάτη κι έφευγε, αφήνοντας την σύξυλη.
Α, ναι, ήταν και η γιαγιά, η μητέρα του πατέρα της. Καλά, αυτή στον κόσμο της. Ζούσε στην άκρη της πόλης, προς το δάσος και εισέπρατε τη σύνταξή της, μήνας έμπαινε, μήνας έβγαινε. Τουλάχιστον από αυτήν είχε να περιμένει και κάτι η Κοκκινοσκουφίτσα όταν τα τέζαρε. Γι’ αυτό άλλωστε της έκανε και την ευγενική, άλλο που δεν την πήγαινε τη γριά.
«Κοκκινοσκουφίτσα, σε λίγο να φύγεις, είναι έτοιμη η πίτα».
Τα νεύρα της Κοκκινοσκουφίτσας είχαν γίνει τσατάλια. Μέρα παρά μέρα η μία έφτιαχνε πίτες και η άλλη τις έτρωγε. Μιλάμε για τις άπειρες πίτες. Κι αυτή στη μέση να γυρνάει πέρα δώθε την πόλη σαν τη βλαμμένη, με ένα καλάθι με καυτή πίτα. Ούτε delivery boy πια να ήταν.
Α, είπε delivery boy και τι θυμήθηκε… Όταν ήταν μικρότερη και είχε παραγγείλει ο πατέρας της μια πίτσα και την είχε φέρει ένας πιτσαδόρος που πολύ της άρεσε. Ήταν ο πρώτος της έρωτας. Κάθε μέρα παράγγελνε και μια διαφορετική πίτσα, είχε φάει πια όλες τις γεύσεις, είχε δοκιμάσει όλους τους συνδυασμούς. Τόσο πολύ της άρεσε, που περίμενε με το ρολόι στο χέρι να χτυπήσει το κουδούνι να τρέξει να του ανοίξει. Θα φόραγε κάτι σχετικά προκλητικό, θα είχε αφήσει δυο τρία κουμπιά ανοιχτά, και καλά δεν πρόλαβε να κουμπωθεί, και θα αντήλασσε πέντ’ εξι κουβέντες με το νεαρό. Και όταν αυτός έφευγε θα έτρωγε όλη την πίτσα μπροστά στην τηλεόραση, αναλογιζόμενη τι θα του έλεγε την επόμενη μέρα. Ε, αυτό κράτησε κάνα δυο μήνες. Η Κοκκινοσκουφίτσα είχε πάρει δεκαπέντε κιλά, τα κουμπιά θέλοντας και μη τα άφηνε ξεκούμπωτα, γιατί δεν έκλειναν πια και στη θέση του νεαρού ερχόταν πλέον ένας χοντρομπαλάς απαίσιος, που βρώμαγε φρικτά και της έκλεινε πονηρά το μάτι.
«Μαναράκι, θα τα πούμε αύριο», της είχε πει μια φορά κι αυτή πήγε να ξεράσει βλέποντάς τον. Έκλεισε με δύναμη την πόρτα, πήγε να κάτσει στον καναπέ και κει πάνω σκίστηκε το τζιν της. Ναι, ναι, αυτό το ηρωικό ύφασμα που το έχουν φορέσει εργάτες κι έχουν συρθεί στα λατομεία, που έχει ράψει καραβόπανα, που το τραβάνε δυο άλογα και δεν σκίζεται, αυτό το ύφασμα, σκίστηκε με την πρώτη μπουκιά delight ανανά που έφαγε. Κι από κείνη τη μέρα τέρμα οι πίτσες. Κι επειδή της είχε μείνει και απωθημένο πάτησε και μια δίαιτα, σκέτη εξάντληση, και ξανάρθε στα ίσα της. Ο καημένος ο μπαμπάς της όμως!! Χατίρι δεν της χάλαγε. Εκεί την έβλεπε που είχε γίνει σα βόδι, εκεί της αγόραζε πίτσες. Σίγουρα κάτι θα είχε καταλάβει, δεν εξηγείται αλλιώς.
«Επιτέλους! Συνδέθηκα!», αναφώνησε, μόλις έβγαλε γραμμή και μπήκε στο Internet. Αμέσως πήγε στο messenger ψάχνοντας για το Λύκο. Α, καλά, άλλη ιστορία κι αυτός!
Παρόλο που δεν τον είχε δει ποτέ στη ζωή της, ένιωθε πως τον ήξερε. Του έλεγε όλα της τα μυστικά, τουλάχιστον άρχισε να του τα λέει κι αυτός τη συμβούλευε με πατρική στοργή. Ή τουλάχιστον έτσι της φαινόταν εκείνης.
Το Λύκο τον φανταζόταν ψηλό, μελαχρινό, έτσι κάπως προς το Λατίνος, πάντως σίγουρα πολύ παιδαρά. Άσε που την έφτιαχνε το όνομα «Λύκος», ένα όνομα γεμάτο μυστήριο και κίνδυνο, ένα όνομα καθαρά αντρικό. Στη σκέψη του ονόματός του χαμογέλασε. Τι δηλαδή, δεν είναι εντελώς ξεφτίλα να γνωρίζει στις φίλες της κάποιον που τον λένε «Κοντορεβιθούλη», π.χ.;
«Κορίτσια, από δω το αγόρι μου. Ο Κοντορεβιθούλης». Πω, πω, ρεζιλίκι, ούτε να το σκεφτεί δεν ήθελε. Ενώ «Λύκος»!!
Ο Λύκος απ’ ότι είχε καταλάβει ήταν αρκετά μεγαλύτερός της. Αυτό της άρεσε. Είχε και μηχανή. Αυτό της άρεσε περισσότερο. Παρόλο που ζαλιζόταν και κατουριόταν από το φόβο της όταν ανέβαινε σε δίτροχα, ήταν καλό που ο Λύκος είχε μηχανή μεγάλου κυβισμού. Αρκεί να μην την πίεζε συχνά να ανέβει σε αυτήν. Μια φορά είχε ανέβει σε παπάκι και όταν κατέβηκε έμοιαζε σαν ξεμαλλιασμένη, αλλά δεν άφησε την ταραχή της να φανεί. Α, όλα κι όλα, κυρία!
Άρχισε να γράφει στο messenger:
«Λύκε, λύκε, είσαι δω;»
Και ο Λύκος της απάντησε:
«Είμαι στο κατόπιν σου και σε χαιρετώ».
«Είμαι στο κατόπιν σου και σε χαιρετώ». «Είμαι στο κατόπιν σου και σε χαιρετώ»…
Όταν έβλεπε αυτή τη φράση η Κοκκινοσκουφίτσα ένιωθε ότι υπήρχε λόγος ύπαρξης και χαράς για εκείνη τη μέρα. Προκειμένου να μιλά με το Λύκο δε λογάριαζε τίποτα, ούτε τηλέφωνο, ούτε ώρες, ούτε κούραση, ούτε τα νεύρα που είχε από τη μάνα της. Τίποτα… Το chat με το φίλο της ήταν το μόνο πράμα που την έκανε να χάνει επεισόδια από το Prison, το καινούριο reality που έκανε θραύση στην τηλεόραση. Τα γυρίσματα γίνονταν στην πραγματική φυλακή της πόλης, στην πτέρυγα με τους έγκλειστους λόγω χρεών, και το κοινό στο τέλος επιβράβευε και χάριζε την ελευθερία και τα χρέη σε αυτόν που νίκαγε στον τελικό. Οι φυλακισμένοι μπορούσαν να καρφώνουν ο ένας τον άλλον, να δέρνονται, να διακινούν ό,τι θέλουν στην πτέρυγα (για το σκοπό αυτό η παραγωγή είχε πετάξει και κάποιους πραγματικά εγκληματίες στην πτέρυγα). Χμ…έξυπνη ιδέα, καθότι η φυλακή έβγαζε τα έξοδά της με τις διαφημίσεις και τα SMS, αφού είχε πλέον γεμίσει με οφειλέτες και είχε υπέρογκα κόστη.
Τέλος πάντων το ζήτημα είναι ότι για την Κοκκινοσκουφίτσα ο Λύκος ήταν φίλος, πατέρας, αδελφός και δάσκαλος μαζί. Του τα εκμυστηρευόταν όλα, ζήταγε τις συμβουλές του, του έλεγε τον πόνο της.
Μια φορά του ζήτησε να της στείλει μια φωτογραφία του.
«Καλά, θα δούμε», της απάντησε αυτός.
Μην άκουγε τέτοιο πράμα η Κοκκινοσκουφίτσα, την έπιανε η εμμονή της.
«Όχι, όχι, σε παρακαλώ, στείλε την τώρα», έκανε τάχα ναζιάρικα.
Ε, με τα πολλά κι αφού αυτό επαναλαμβανόταν κάθε μέρα, σε βαθμό να έχει γίνει αηδιαστικά κουραστικό, ο Λύκος αποφάσισε να της στείλει μια φωτό. Αφού του είχε πρήξει τα συκώτια.
Τι ήταν αυτό που έβλεπαν τα μάτια της; Η Κοκκινοσκουφίτσα έπεσε ημιλιπόθυμη στο πάτωμα από την ομορφιά του. Αμέσως άστραψε κάτι μέσα της.
«Αυτόν πρέπει οπωσδήποτε να τον κουτουπώσω», σκέφτηκε, «όχι τίποτ’ άλλο, για να μη μου κουνιούνται η Χιονάτη και οι άλλες. Τώρα θα δουν».
Η λύσσα που είχε με τη Χιονάτη δεν περιγραφόταν. Και μόνο το γεγονός πως ακουγόταν ότι τα είχε φτιάξει με την ομάδα πόλο της πόλης, και με τους εφτά βασικούς, αρκούσε για να τη μισεί για όλη της τη ζωή. Με αυτό το Θεό όμως, το Λύκο, όλα θα άλλαζαν. Τώρα όλοι θα συζητούσαν γι’ αυτήν.
Προσπάθησε να φανεί ψύχραιμη και cool.
«Τι δουλειά κάνεις αλήθεια;», τον ρώτησε στο messenger. Αλήθεια δεν τον είχε ρωτήσει πολλά πράματα για τον ίδιο, πωπω, του είχε πει όλα τα δικά της και γι’ αυτόν δεν ήξερε σχεδόν τίποτα.
«Θα σου πω, άλλη φορά όμως, έχω δουλειά τώρα», της απάντησε ο Λύκος. «Γεια», συμπλήρωσε και βγήκε από το internet.
Η Κοκκινοσκουφίτσα έμεινε στα κρύα του λουτρού. «Φτου, γαμώτο», της ξέφυγε. Έκλεισε τον υπολογιστή της και ξαναγύρισε στην τηλεόραση. Για μαθήματα βέβαια ούτε λόγος, γιατί άλλωστε; Σάμπως ασχολιόταν κανείς από τους καθηγητές της με αυτά;
Πάνω στην ώρα άρχισε να φωνάζει η μάνα της.
«Έτοιμη η πίτα…»

Συνεχίζεται…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: