ΔΙΗΓΗΜΑ: Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ (Μέρος 2ο)

Ήταν απελπισμένη, είχε να φάει δώδεκα μέρες, όσες δηλαδή είχαν περάσει από την τελευταία επικοινωνία της με το Λύκο. Που να είναι; Γιατί δεν εμφανίζεται στο messenger; Μήπως έκανε ή είπε κάτι που τον πείραξε; Μήπως γνώρισε κάποια άλλη;
Η Κοκκινοσκουφίτσα ήταν στα πρόθυρα της κατάθλιψης, αν δεν τα είχε ήδη διαβεί. Φόρτωνε τον εαυτό της με όλες τις ενοχές του κόσμου. Όχι, δεν έπρεπε να το ρωτήσει τι δουλειά κάνει, αυτό ήταν το λάθος της. Μπορεί να ήταν άνεργος, όπως τόσοι και τόσοι στη Λουλουδούπολη, και να του υπενθύμισε τη θέση του. Μπορεί να έκανε κάτι που δεν το θεωρούσε αξιοπρεπές. Όχι, όχι, λάθος και πάλι λάθος της. Αλλά αν δεν ήταν αυτό που έφταιγε; Αν ήταν κάτι άλλο; Αλλά από την άλλη αυτή ήταν η τελευταία τους κουβέντα…
Άκρη δεν έβρισκε όσο και να έσπαγε το κεφάλι της. Στην αρχή γύρναγε από το ένα δωμάτιο στο άλλο, μετά καθόταν αποβλακωμένη στην τηλεόραση χωρίς να της κάνει ενδιαφέρον ούτε το Prison, μετά είχε στηθεί μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή της περιμένοντας να εμφανιστεί το μήνυμα. Μάταια!
Στο μυαλό της έκανε συνειρμούς με τον πατέρα της. «Άραγε κι αυτός με εγκατέλειψε για κάτι άλλο;», προσπαθούσε όμως αμέσως να αποδιώχνει αυτές τις σκέψεις από το μυαλό της. «Όχι, μη συγκρίνω ανόμοια πράματα».
Ο μόνος που δεν τους εγκατέλειπε ήταν ο τελευταίος «ξάδελφός» της, που χαχάνιζε συνέχεια με τη μάνα της στο δωμάτιό της και μετά έπιναν κρασί. Το σπίτι τους βρώμαγε σα χασαποταβέρνα. Μια φορά μόνο μίλησε ζωηρά η Κοκκινοσκουφίτσα όλες αυτές τις δώδεκα μέρες, και την άκουσε όλη η γειτονιά. Ήταν μια μέρα όταν είχε πάει στην κουζίνα να πιει νερό και είδε τον τελευταίο νεαρό, με ένα μποξεράκι, να πίνει κόκα κόλα στα όρθια και να της κλείνει το μάτι, λέγοντάς της «γεια σου…ξαδέλφη…». Η Κοκκινοσκουφίτσα του πέταξε ό,τι βρήκε μπροστά της εκείνη τη στιγμή, τασάκι, μπουκάλια, αναγκάζοντάς τον να τρέξει έντρομος στο μέσα δωμάτιο, φωνάζοντας «είσαι τρελή, είσαι τρελή»..
Και μάλλον ήταν γιατί γυάλιζε το μάτι της.
«Κοριτσάκι μου, έχεις τίποτα;», τη ρώταγε η μητέρα της, όταν ήταν ξεμέθυστη και με φανερή ανησυχία, αλλά δε λάβαινε ποτέ απάντηση.
Και ξάφνου…δεκαέξι μέρες μετά από την «εξαφάνιση» και ενώ έβλεπε στην τηλεόραση το δωμάτιο επικοινωνίας του Prison, όπου οι έγκλειστοι ψήφιζαν για αποχώρηση, πετάχτηκε ένα μήνυμα στον υπολογιστή της. Για την ακρίβεια όχι απλά ένα μήνυμα, αλλά «ΤΟ» μήνυμα:
«Είμαι στο κατόπιν σου και σε χαιρετώ».
Η καρδιά της πήγε να σπάσει. Ήταν αυτός. Πετάχτηκε από το κρεβάτι, μπουρδουκλώθηκε στο χαλάκι και έπεσε στο πάτωμα, συμπαρασύροντας μαζί της και την τηλεόραση, ακριβώς τη στιγμή που ένας οφειλέτης αποχωρούσε (εννοείται θα ξαναπήγαινε στην αρχική του πτέρυγα) και οι άλλοι έκλαιγαν και τον αγκάλιαζαν λέγοντας του «δε θέλω κλάματα», «θα τα ξαναπούμε» και άλλα τέτοια.
Ξερόβηξε μπροστά από τον υπολογιστή της, λες κι ο άλλος θα την έβλεπε και μετά έγραψε ένα τάχα αδιάφορο σχόλιο: «Έλα βρε, πού χάθηκες;»
«Θέλω να σε δω. Μπορείς να είσαι σε μισή ώρα στο πάρκο;», της απάντησε ο Λύκος με τρόπο που δε σήκωνε αντίρρηση.
«Μάλλον, δεν έχω κάτι αυτή τη στιγμή», έγραψε η Κοκκινοσκουφίτσα, ενώ η καρδιά της χτύπαγε σαν τρελή, ενώ προσπαθούσε να σκεφτεί τι θα φορέσει, πότε θα προλάβει να φτιαχτεί, τι να του πει μόλις τον πρωτοδεί…
Το πώς πέρασε αυτή η ώρα δεν το κατάλαβε. Το πώς βρέθηκε με ένα μπουκέτο λουλούδια στο πάρκο, να κάθεται στο παγκάκι και να συζητά ώρες ατέλειωτες με το Λύκο, να περπατούν χεράκι-χεράκι, να την κερνά μαλλί της γριάς, να την πηγαίνει βόλτα με τη μηχανή του, να της αγοράζει χοτ-ντογκ, αρκουδάκι, λούτρινο σκυλάκι, λούτρινο γατάκι, μπαλονάκι, τσιπσάκια, γιο-γιο, να την κάνει περίπου σαν τις αποθήκες του τζάμπο-μπεμπέ από τα δωράκια, ούτε κι αυτό το κατάλαβε.
Το μόνο που κατάλαβε ήταν, όταν το βράδυ που γύρισε σπίτι της και ξάπλωσε να κοιμηθεί, χωρίς να ανοίξει την τηλεόραση για το Prison (τα παλιά μοντέλα είναι πιο ανθεκτικά όταν πέφτουν κάτω), το κύμα των σκέψεων, των αναμνήσεων και της ευχαρίστησης που πλημμύρισε το σώμα και το μυαλό της καθώς και το γλυκό ύπνο με τα ευχάριστα όνειρα που έκανε μετά από πάρα πολύ καιρό. Και μετά, το άλλο πρωί που ξύπνησε και είδε το νεαρό πάλι στην κουζίνα, το «γεια σου ξάδελφε» που του είπε, αναγκάζοντάς τον να πνιγεί στο γάλα που έπινε και να την κοιτά σαν ηλίθιος.
Δεν ήξερε ακριβώς το πού οφειλόταν αυτή η μεταστροφή του Λύκου. Μετά όμως κατάλαβε ότι ήταν οι δουλειές του που τον κρατούσαν κάποιες μέρες πολυάσχολο. Ο Λύκος –και χωρίς μάλιστα να του το ζητήσει η Κοκκινοσκουφίτσα- ήταν κάτι σα φωτογράφος, κάτι σα σκηνοθέτης, κάτι σαν και τα δυο μαζί, τέλος πάντων δεν κατάλαβε και πολύ καλά, θα ήταν όμως πολύ ξεφτίλα να τον ρώταγε. Παρ’όλα αυτά ήταν κάτι γκλάμορους. Ο ίδιος άφησε να εννοηθεί ότι εργαζόταν εκείνη την περίοδο για κάτι που θα προβαλλόταν στην τηλεόραση.
«Καλά, μιλάμε, και γαμώ, έεε;», σκέφτηκε τον εαυτό της μετά από λίγο καιρό στα κουτσομπολίστικα περιοδικά με τη φωτογραφία τους, αγκαλιασμένους, και το Λύκο να δηλώνει: «Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι το απάνεμο λιμανάκι μου». Έτσι δε δηλώνουν όλοι;
Το ζήτημα πάντως είναι ότι και οι δύο περνούσαν καλά. Της έκανε εντύπωση που ο Λύκος δεν ήταν πολύ πιεστικός στο να κάνουν σχέση («μα τόσο κύριος πια;», σκεφτόταν), η αλήθεια είναι ότι κι αυτή ναι μεν ήθελε να μπει στο μάτι της Χιονάτης (όσο τη σκεφτόταν τσαντιζόταν), αλλά από την άλλη της άρεσε κι αυτός ο σεβασμός απέναντί της. Ήταν άλλωστε κάτι που δεν το είχε συνηθίσει από κανέναν, ήταν κάτι που έδειχνε πραγματική αγάπη. Την ίδια δεν την πολυένοιαζε αυτό, αρκούσε ότι είχε το Λύκο και τον φρόντιζε, όπως και αυτός εκείνη άλλωστε.
Σχολείο; Τι είναι αυτό πάλι; Ούτε που θυμόταν πως είναι μαθήτρια, άσε τα ονόματα των καθηγητών της. Prison; Ε, εντάξει, έμαθε ποιος νίκησε και ξεπλήρωσε τα χρέη του. Ε, και; (Έστειλε βέβαια και ένα SMS και η ίδια).
Που και που πήγαινε στο Λύκο την πίτα που είχε για τη γιαγιά της. Ε, άει στο διάολο πια, αρκετές έχει φάει η γριά, η μισή της σύνταξη που τους δίνει για βοήθημα πάει για μήλα και ζαμπονοτυρόπιτες. Έ, ας φάει και κάνας άλλος… Άλλωστε δεν είχε λεφτά για να τον κεράσει κι αυτή κάτι το Λύκο, όλο αυτός την κέρναγε, κάτι έπρεπε κι αυτή να του δώσει, ντρεπόταν.
«Είσαι πολύ όμορφη, το ξέρεις;», της είπε μια φορά ο Λύκος, μετά το 7ο κομάτι πίτας που κατέβαζε, καθισμένος στις όχθες του ποταμού, ενώ 100 μέτρα πιο πέρα το εργοστάσιο πλαστικών έχυνε όπως κάθε μέρα κι άλλους τόνους τοξικών στο ποτάμι.
«Ουου, σ’ ευχαριστώ πολύ», έκανε αυτή και καλά τσαχπίνικα.
«Θα μπορούσες κάλλιστα να κάνεις καριέρα στην τηλεόραση ή στον κινηματογράφο, το έχεις σκεφτεί;»
Και βέβαια το είχε σκεφτεί, και μάλιστα από την πρώτη στιγμή που της είχε πει τι δουλειά έκανε.
«Έλα τώρα, τι λες, ούτε μου έχει περάσει από το μυαλό τέτοιο πράμα.»
«Κι όμως, κι όμως, πιστεύω ότι γράφεις πολύ ωραία στο γυαλί», τη διέκοψε ο Λύκος και της έπιασε το πρόσωπο στρέφοντας το όχι βέβαια προς τον ήλιο –που δεν υπήρχε- αλλά προς τα εκεί που είχε περισσότερο φως.
«Ναι, ναι, βέβαια, τέλεια…νναι…», μονολογούσε ο λύκος.
Η Κοκκινοσκουφίτσα το χαιρόταν αυτό. Ήθελε βέβαια να της αφήσει λιγάκι το πρόσωπο γιατί την είχε πιάσει ακριβώς πάνω στο σημείο που βρισκόταν ένα χαλασμένο δόντι (που λεφτά για σφράγισμα), αλλά από την άλλη ζούσε την ψευδαίσθησή της εκείνη τη στιγμή, να την φωτομετρά έστω και ψεύτικα ένας σκηνοθέτης. Δεν πειράζει, θα έβαζε λίγο ούζο στο στόμα της όταν γύρναγε σπίτι.
«Εντάξει, είσαι υπερβολικός», κατάφερε να αρθρώσει μόλις αυτός ξέσφιξε τα χέρια του από τα μάγουλά της, «όχι ότι είμαι και χάλια βέβαια, αλλά ούτε και κάτι το ιδιαίτερο».
«Λοιπόν κυρία μου, σε πληροφορώ ότι μόλις τώρα βρήκα το νέο αστέρι του κινηματογράφου. Και είναι δική μου ανακάλυψη».
Έβγαλε από την τσέπη του μία κάρτα και της την έδωσε.
«Ορίστε, εδώ γίνονται τα γυρίσματα. Σε περιμένω»
Η Κοκκινοσκουφίτσα την πήρε διστακτικά. Δεν είχε συνηθίσει τέτοιες ανατροπές, τέτοιες καλές ανατροπές, στη ζωή της και δεν ήξερε πώς να αντιδράσει.
«Εεε, δεν ξέρω, δεν είναι για μένα αυτά τα πράματα», είπε μετά από λίγη σκέψη, εννοώντας αυτή τη φορά αυτό που έλεγε.
«Σαχλαμάρες», τη διέκοψε ο Λύκος. «Έλα όταν εσύ το θελήσεις, όταν θα είσαι έτοιμη».
Η Κοκκινοσκουφίτσα κοιτούσε αμήχανα μια αυτόν και μια την κάρτα, μια αυτόν και μια την κάρτα. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Ήθελε βέβαια, αλλά…;
«Έλα, μην το πολυσκέφτεσαι», έσπασε τη σιωπή ο Λύκος. «Οι ευκαιρίες μια φορά παρουσιάζονται στη ζωή. Θες για πάντα να πηγαίνεις πίτες στη γιαγιά σου;»

Συνεχίζεται…

Advertisements

2 thoughts on “ΔΙΗΓΗΜΑ: Η ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ (Μέρος 2ο)

  1. Μου αρέσει το διήγημά σας. Διαθέτει τη ζωντάνια του παρόντος με τις σταθερές αξίες του παρελθόντος – τα παιδιά «εισπράττουν» αυτά τα μηνύματα. Και το λέω αυτό με την πρόθεση να θίξω λιγάκι και την ευθύνη των λογοτεχνών… Απουσιάζει η εφηβική λογοτεχνία από την ελληνική βιβλιογραφία, εάν δεν απατώμαι, απουσιάζει η εντρύφηση στις ψυχολογικοπνευματικές αναζητήσεις των νέων, δηλαδή των εκκολαπτώμενων φίλων του βιβλίου. Δεν πιστεύετε αντίστοιχα ότι οι Ελληνες συγγραφείς, και κατ’ επέκταση οι εκδότες τους, δεν «συνεχίζουν» αυτό που ξεκινούν στα βιβλία για μικρές ηλικίες;…

  2. Δεν έχετε καθόλου άδικο σε αυτά που λέτε. Ναι, η εφηβική/νεανική λογοτεχνία δείχνει κάπως απούσα, γιατί θεωρείται «αντιεμπορική». Οι νέοι είναι η πιο δύσκολη ηλικία για το βιβλίο. Δεν θα ψέξω τους εκδότες, αλλά σίγουρα κυκλοφορούν βιβλία, τα οποία είναι γραμμένα με παλαιομοδίτικο διδακτισμό, που δεν έχουν κάτι να προσφέρουν. Υπάρχουν συγγραφείς που δεν ασχολούνται με την εφηβική λογοτεχνία, ίσως και γι’ αυτούς φαντάζει αντιεμπορική. Υπάρχουν κάποιο που γράφουν συγκεκριμένα θέματα, που νομίζουν ότι θα αρέσουν και θα πουλήσουν. Είναι πιο «σιγουρατζίδικο» να ασχοληθεί κανείς με θέματα όπως «ρηχή» οικολογία, ζώα, φυτά, παππούδες, κλπ., παρά με πραγματικά προβλήματα νέων όπως χουλιγκανισμός, παραβατικότητα, bullying, εγκυμοσύνες. Συνεπώς ναι, εκεί υπάρχει ένα τεράστιο κενό.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: