ΜΑ ΓΙΑΤΙ ΓΡΑΦΩ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ;

Ένα από τα πιο ιντριγκαδόρικα ερωτήματα που τίθενται σε συγγραφείς είναι το «γιατί γράφετε;» Ομολογώ ότι όταν άκουσα για πρώτη φορά αυτήν την ερώτηση ένιωσα αμήχανα. «Έλα μου ντε…», πήγα να πω, αλλά κατάλαβα, ευτυχώς αμέσως, ότι ίσως και να μην κάλυπτα σφαιρικά το θέμα και να άφηνα το συνομιλητή μου με την απορία. Το «έλα μου ντε…», όσο επαρκές και να το θεωρώ σαν απάντηση, σίγουρα αφήνει πολλά κενά. Ομολογώ επίσης, ότι ενώ μου φαίνεται αρκετά παράξενο σαν ερώτημα, το ίδιο θα έθετα κι εγώ σε ένα συγγραφέα. Και χωρίς να γνωρίζω το γιατί. Κι αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που δε θα τεθεί ποτέ σε έναν τραγουδιστή/ ποδοσφαιριστή/ ηθοποιό. Είναι εμφανές ότι ο τραγουδιστής/ ποδοσφαιριστής/ ηθοποιός, τραγουδά/ παίζει ποδόσφαιρο/ παίζει ένα ρόλο γιατί βιοπορίζεται από αυτό, έχει γίνει γνωστός από αυτό, το κάνει καλά, έχει καλή φωνή, δυνατά πόδια, κλπ. Ενώ ο συγγραφέας; Αν πάλι τεθεί αυτό το ερώτημα στους προηγούμενους, τότε απαντήσεις του στυλ «απ’όταν θυμάμαι το εαυτό μου, ήμουν με ένα μικρόφωνο μπροστά σε ένα καθρέφτη/ έπαιζα μπάλα στον ακάλυπτο/ διοργάνωνα αυτοσχέδια κουκλοθέατρα», ξεκαθαρίζουν αμέσως το τοπίο και θεωρούνται ικανοποιητικές και αυτονόητες, κανείς δε ζητά παραπάνω διευκρινήσεις. Εγώ πάλι τι να πω; Απ’ όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, ήμουν με ένα μολύβι στο χέρι; Δε λέει και τίποτα αυτό. Ο συγγραφέας καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα, για το οποίο ίσως και ο ίδιος δεν έχει επαρκείς απαντήσεις. Κάποιοι άλλοι πάλι, ίσως και να ψιλοντρέπονται γι’ αυτές.
«Γιατί έτσι σας αρέσει», ήταν το σλόγκαν μπύρας, το οποίο ενίοτε εφαρμόζει γάντι και στις περιπτώσεις συγγραφέων. Σε πολλά πράγματα απλά δεν απαντιέται το «γιατί», θέλει πολύ ψάξιμο και ίσως μια απάντηση που δίνεται τώρα, να μην ισχύει σε κάποια χρόνια. Το «γιατί γράφω» διαφέρει φεγγάρια ολόκληρα από το «γιατί άρχισα να γράφω». Κι αυτό διότι με τα χρόνια αλλάζουν οι ανάγκες του συγγραφέα που καλύπτονται από τη γραφή. Παλιότερα έδινα την απάντηση «για να εκφραστώ». Ευτυχώς ήταν όλοι πολλοί ευγενείς μαζί μου και κανείς δεν επέμεινε «οκ, εκφράστηκες. Γιατί δεν έχωνες τα γραπτά σου σε κανά συρτάρι, μπας και γλιτώναμε κι εμείς;». Κι όντως, η αρχική ανάγκη έκφρασης, ή όπως αλλιώς θέλετε να την πείτε, ξεπεράστηκε αμέσως με το που ικανοποιήθηκε. Αλλά τότε γεννήθηκε η ανάγκη του «να εκδοθώ, να δω το βιβλίο τυπωμένο». Και πάει λέγοντας… Κακά τα ψέματα, όλοι ευχαριστιόμαστε όταν βλέπουμε ότι το βιβλίο μας πάει καλά, πουλάει, έχει καλή υποδοχή, δέχεται καλές κριτικές, βραβεύεται. Όλων η αυτοπεποίθηση ανεβαίνει, όλων το «εγώ» ικανοποιείται, με μια καλή πορεία. Και είναι ανθρώπινο αυτό. Η ανάγκη για έκφραση και για επαφή με το κοινό και για ανταλλαγή απόψεων κι εμπειριών είναι κατά βάση το ίδιο ανθρώπινη με την ανάγκη για προβολή, ή για οικονομικές απολαβές ή για αναγνωρισιμότητα. Είναι όλα εκφάνσεις του ίδιου ανθρώπου. Για έναν συγγραφέα όμως θεωρώ πως είναι απαραίτητο, όλες αυτές τις εκφάνσεις, αντικρουόμενες μερικές φορές, να τις ισορροπεί μέσα του, να τις κατανέμει κατά τέτοιον τρόπο και σε τέτοια ποσοστά, ούτως ώστε να βγαίνει κάτι αληθινό. Με δυο λόγια να τα έχει καλά με τον εαυτό του. Είχαν ρωτήσει κάποτε αμερικάνο συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων (όλα του τα έργα έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο) «γιατί γράφει», κι αυτός πολύ τίμια και πολύ συνειδητοποιημένα απάντησε «για τα λεφτά». Δεν το κατακρίνω αυτό, πώς θα μπορούσα άλλωστε να κατακρίνω έναν άψογο επαγγελματία, με στόχους, πού δεν κοροϊδεύει το κοινό του; Ίσα-ίσα τιμώ και σέβομαι τις σταράτες απόψεις.
Κι εσύ γιατί γράφεις;, μπορεί να με ρώταγε πάλι κάποιος, μετά από όλα τα παραπάνω. Κατά κύριο λόγο γιατί είμαι ευχαριστημένος με τον εαυτό μου, είτε συλλαμβάνοντας μιαν ιδέα, είτε με το χειρισμό ενός θέματος, είτε εκδίδοντας το βιβλίο, είτε βλέποντας αν το βιβλίο αρέσει, είτε…, είτε… Κυρίως όμως πιστεύω ότι έχω βρει κάτι, το οποίο για τα δικά μου δεδομένα και με τα δικά μου στάνταρ, και τονίζω «τα δικά μου», το κάνω αξιοπρεπώς για μένα. Μπορεί για άλλους να μην το κάνω καλά, σε πάρα πολλούς να μην αρέσω, και πάει λέγοντας…, αλλά είναι πολύ σημαντικό να κάνεις κάτι, το οποίο αρχικά να αρέσει σε εσένα και να προσπαθείς να εξελιχθείς μέσω αυτού. Δεν έχω και καμιά άλλη ιδιαίτερη δεξιότητα ή κλίση άλλωστε, για να αφήσω το βιβλίο και να πιάσω να κάνω π.χ. ικεμπάνα. Συνεπώς οι λόγοι σε μένα, και πιστεύω σε πολλούς άλλους, είναι βαθιά «ψυχοθεραπευτικοί». Το βιβλίο είναι διαφυγή, διασκέδαση, ταξίδι για τον αναγνώστη, αλλά σίγουρα είναι και για το συγγραφέα, έτσι τουλάχιστον πρέπει να είναι. Ο συγγραφέας πρέπει να χαίρεται το ταξίδι που κάνει, όσο και να διαρκέσει αυτό, και να απολαύσει μετά τον προορισμό στον οποίον έφτασε.
Πολλοί από εμάς με τα χρόνια, πέφτουμε στο τριπάκι του «να βγάλουμε κάτι και φέτος», του «έχω καιρό να γράψω, πρέπει να στρωθώ», ακόμα και του «πρέπει να κρατηθώ στην επικαιρότητα». Δε λέω ότι δεν έχω κάνει κι εγώ αυτές τις σκέψεις, είπαμε άλλωστε ότι ανθρώπινα είναι όλα. Όταν όμως βλέπω, το τι ψεύτικο πράγμα πάω να γράψω, απλά και μόνο για να γράψω κάτι, τότε δεν μπορώ να συνεχίσω και το παρατώ. Πάνω απ’ όλα πρέπει να αρέσω πρώτα σε μένα, για να έχω την πιθανότητα να αρέσω και σε άλλους…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: