Μερικοί ακόμη κλασικοί…

Ο θεός, κι ο άνθρωπος, στα μάτια του

Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

 “…Όποιος μπορεί να ξεγελάει τον εαυτό του περισσότερο, αυτός περνάει καλύτερα τον καιρό του…”*. Τα λόγια ενός μεγάλου τζογαδόρου που η αδρεναλίνη τον σπρώχνει να μπλοφάρει. Τζόγος η ζωή, Φιοντόρ, μεγάλος τζόγος, όλο να ταρακουνάς τα ζάρια από τα εντόσθια της ψυχής του καθένα που έβγαλες στη φόρα…

Και με το θύμα και με το θύτη. Είχε βρεθεί και στις δύο θέσεις για τα καλά. Την ήξερε την καρέκλα και των μεν και των δε. Καταδίκη σε θάνατο και τελικά καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία για πολιτικούς λόγους κι ένας φημολογούμενος βιασμός ενός νεαρού κοριτσιού, όπως συμπεραίνουν εκ των υστέρων οι μελετητές από τα ίδια του τα κείμενα. Γράφεις ό,τι είσαι; Και είσαι ό,τι γράφεις;

Μόνο η ψυχή του Ρασκόλνικοφ το ξέρει: ο θεός κι ο άνθρωπος στα μάτια του. Αυτούς τους δυο -ή τελικά και έναν αδιαίρετο, όποιον διαλέξει απ’ τους δύο κανείς- αναζητούσε σ’ όλη του τη ζωή και τη γραφή, από τους “Αδερφούς Καραμαζώφ”, μέχρι τους “Δαιμονισμένους” του. Αυτούς είχε βάλει μπροστά στα μάτια του και συνέχιζε τις εξορύξεις πνεύματος με μανία. Όλο έριχνε τα ζάρια, μπας και του φανερωνόταν η αλήθεια. Και ήταν μπροστά στα μάτια του η άτιμη κι έσταζε ζεστό αίμα.

Ανήγαγε τα ματωμένα χέρια σε δρόμο για να συναντήσει τον άνθρωπο και το θεό, εκεί που θα τον καταλάβαιναν μόνο και θα τον κάνανε παρέα η Αντιγόνη, ο Αίαντας, η Μήδεια, η Ιφιγένεια, ο Ορέστης, ο Οιδίποδας.

*“Έγκλημα και τιμωρία”, εκδόσεις γράμματα, 1982, μετάφραση Σωτήρης Πατατζής

Η φωτιά χωρίς καπνό του αίματος

Έρνεστ Χέμινγουέι

Σ’ ενα μικρό δωμάτιο, κάπου στον κόσμο, να χτυπάει τα πλήκτρα του, της γραφομηχανής τότε, όπου ηχούσε η βουή κι η αντάρα του πολέμου. Βουτηγμένος στη φωτιά του κυνηγιού, του ψαρέματος, των ταυρομαχιών. Να μυρίζει το χυμένο, το καμένο αίμα. Να στραφταλίζει στον πρώτο ήλιο της μέρας το κόκαλο του κήτους που έφτασε στην ακτή πια φαγωμένο. Έτσι δεν έφτασε κι αυτός στο τέλος του; Ρουφηγμένος από τον εαυτόν του, τη δημοσιογραφία, τη λογοτεχνία, τη μαρτυρία και το μαρτύριο του να πει τα πράγματα. Κι όταν δεν είχε άλλο να πει, μπαμ. Κουφάρι στην ακτή.

Βυθίζεσαι στις σελίδες του, γιατί ενώ γράφει τα απολύτως απαραίτητα, χωρίς πολλά πολλά, σε τραβάει μέσα στην ουσία των πραγμάτων, στο μεδούλι του, στο βάρος της ψυχής των ανθρώπων. Το αντίθετο με τον Όσκαρ Ουάιλντ που σε ξεψάχνιζε με αναλύσεις για να σ’ αφήσει στο τέλος αλαφρό και όμορφο, ο Χέμινγουέι ελαφρά και ήσυχα και όμορφα κι ανεπαίσθητα, διόλου ειρηνικά, σε πήγαινε στην πηγή του κακού, να ατενίσεις το βάραθρο της αβύσσου μόνος σου. Καθαρά πράγματα. Επαγγελματική δουλειά. Εκτέλεση χωρίς ίχνη. Η φωτιά να σε κατακάψει, αλλά καπνό δεν θα δεις πουθενά. Δεν το καταδεχόταν. Μην το καταδεχτείς κι εσύ. Κάτι σαν αποχαιρετισμός στα όπλα.

“…»Φάτε το, Γκαλάνος. Κι ονειρευτείτε πως έχετε σκοτώσει έναν άνθρωπο». Ήξερε πως είχε νικηθεί τελικά. Ξαναγύρισε στην πρύμνη, βρήκε τη σπασμένη λαγουδέρα και την έβαλε στο τιμόνι. Ταίριαξε αρκετά καλά για να μπορεί να κυβερνήσει. Έσιαξε το τσουβάλι γύρω στους ώμους του κι έφερε τη βάρκα στην κανονική της πορεία. Αρμένιζε ήσυχα τώρα, χωρίς σκέψεις και χωρίς συναισθήματα…”.
(Έρνεστ Χέμινγουέι, “Ο γέρος και η θάλασσα”, εκδόσεις Καστανιώτη, 1996, απόδοση Φώντας Κονδύλης)

Η αμείλικτη λάμψη της ήττας

Φράνσις Φορντ Φιτζέραλντ

Η χολιγουντιανή ασημόσκονη που τόσο τον βασάνισε, έχει πασπαλίσει τις σελίδες του. Για πάντα. Αν κι έγραφε στην κόψη του διαμαντιού. Με τους ήρωές του έτοιμους να κατρακυλήσουν στην επιθυμία τους, ζαλισμένοι από την τρυφερή νύχτα, τα βραδινά απαστράπτοντα φώτα, την παρασιτική κοινωνικότητα, τα μισογεμάτα ποτήρια, τον επικό θρήνο του σαξόφωνου, τις ξεχειλισμένες τσέπες που θα άδειαζαν.

Η ήττα είναι εξαρχής κερδισμένη στο Φιτζέραλντ, ίσως γιατί τη φοβήθηκε πολύ και τελικά την κατέκτησε, βοηθούσης και της Ιστορίας, με την ύφεση του ’29 που χάνει την πρωτοκαθεδρία της από τη δική μας σιγά σιγά.

Η Ζέλντα κι εκείνος φτάνουν να γίνουν οι ίδιοι τους οι ήρωες σ’ αυτό το μυθιστόρημα της ζωής τους που τα είχε όλα: αίγλη, δόξα, απελπισία κυρίως, πτώση, τραγωδία και φυσικά βασανιστική αναζήτηση να πληρώσουν αυτό το απέραντο κενό, να το γεμίσουν.

Μα, ο ορίζοντας αυτού του κοσμοπολίτη σύγχρονου ανθρώπου που διαβαίνει χορεύοντας εμπρός, δεν καταλήγει πουθενά. Sky is the limit. Ο τωρινός homo americanus. Ούτε μια στάση για ξεκούραση, η ζωή είναι μπροστά και την ακολουθούμε μ’ ένα γρήγορο σπορ αμαξάκι -εκεί στη στροφή του Υπερόχου Γκάτσμπυ (και μια ανόσια παράφραση, guts be)- αλλά δεν τη προφταίνουμε ποτέ. Αλήθεια είναι η ζωή εκεί;

Ο πρίγκιπας των μπλουζ του νότου μέσα μας

Τενεσί Ουίλλιαμς

Κανείς πριν από κείνον δεν είχε σκιαγραφήσει τις γυναίκες με περισσότερο θάρρος, αλήθεια, κατανόηση και εκ βαθέων συμπάθεια: εύθραυστες και δυνατές, ελκυστικές και μοιραίες, τέλος πάντων όπως οι ίδιες έχουν το δικαίωμα να νιώθουν. Και βρέθηκε αυτός ο φτωχός πιτσιρικάς να το κάνει, που του κόλλησαν κοροϊδευτικά στο σχολείο το παρατσούκλι “Tennessee” κι έγινε το όνομά του για πάντα.

Αυτός ο μικρός πρίγκιπας που το δικό του αγαπημένο τριαντάφυλλο, η αδερφή του, η Rose, έστεκε κομμένο -με λοβοτομή η ίδια, πέρασε τη ζωή της έγκλειστη στα ψυχιατρεία. Κι εκείνος να φεύγει για το φεγγάρι, διαβάζοντας τα βιβλία του κι ύστερα γράφοντας τα δικά του. Για να πει για τις ταραγμένες ψυχές, για τον πόνο και τον πόθο που τον βασάνιζαν, ζωντάνεψε στο θέατρο Μάγκυ και Κοβάλσκι και Μπλανς Ντυμπουά, φτιάχνοντας τους πιο ξεχωριστούς χαρακτήρες. “…Οι διαφορετικοί άνθρωποι δεν είναι σαν τους άλλους, αλλά και δεν πρέπει να ντρέπονται γι’ αυτή τη μοναδικότητά τους…”, λέει ο Τζιμ στο “Γυάλινο κόσμο”*.

Αυτός λοιπόν που έπνιγε τη μοναδικότητά του στο αλκοόλ, τις αμφεταμίνες και τα βαρβιτουρικά, έδωσε όλες τις αποχρώσεις των blues μέσα μας, του νότου της ψυχής μας, αυτής της ζεστής γωνιάς στην καρδιάς μας.
Στο πικάπ παίζει ένα δισκάκι της Billie Holiday που τη λάτρευε εκείνος. “The blues are brewin”.
*“Γυάλινος κόσμος”, εκδόσεις Κέδρος, 2001, μετάφραση Ερρίκος Μπελιές

“Ένας ελεύθερος καλλιτέχνης κι αυτό είναι όλο”

Άντον Τσέχωφ

Αυτό ήθελε να είναι. Και ήταν. Ο χρόνος του το αναγνώρισε, μετά θάνατον σε όλον τον κόσμο, αλλά τον κέρδισε επάξια τον τίτλο που με τόση εμμονή επεδίωξε: “ελεύθερος καλλιτέχνης”. Με χιούμορ και τραγωδία. Την τραγωδία της καθημερινότητας, της μικρής ανούσιας και αφανούς ζωής. Απ’ αυτό ταλανίζονται οι ήρωές του. Α, κι από έρωτες, κάποτε ανεκπλήρωτους. Αυτά τρώγανε τον ντροπαλό γιατρό που τελικά τον έφαγε η φυματίωση.

Φίνα διηγήματα, κομψές μικρές ιστορίες κι αξεπέραστα θεατρικά, ο απολογισμός. Γιατρέ πώς με βλέπετε;
Πήγε σχολείο, παιδί όταν ήταν με ελληνάκια, γι’ αυτό έγραφε στο “Θείο Βάνια” για μας σαν να ‘ναι τώρα.

Τον 20ο αιώνα, ο Τενεσί Ουίλλιαμς θα είναι ο μεγάλος του θαυμαστής, απ’ αυτόν θα εμπνευστεί και θα επηρεαστεί περισσότερο. Με τις μισές του φράσεις, τις παύσεις, τους τονισμούς ενός καθημερινού καθ’ όλα διαλόγου ξεκλείδωνε το σύμπαν ο γιατρός κι έρεε η νοσταλγία και το ανικανοποίητο για την ίδια τη ζωή. Έσφαζε με  βαμβάκι κι αντισηπτικό την εποχή του, φάσκιωνε με επιδέσμους και τρυφερά επιθέμαα εκείνους τους πληγωμένους από τον ίδιο τους τον εαυτό.

“…Ξέρεις τι θα πει ταλέντο; Θάρρος, ελεύθερη σκέψη, ευρύτητα πνεύματος… Φυτεύει ένα δεντράκι κι αμέσως τον απασχολεί τι θα προκύψει απ’ αυτό ύστερα από χίλια χρόνια, οραματίζεται την ευτυχία της ανθρωπότητας…” (“Θείος Βάνιας”, Θεατρικά έργα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2007, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος).

«…μοίρα του συγγραφέα είναι η σιωπή…»

Γιώργος Χειμωνάς

Τουλάχιστον, είμαστε βέβαιοι για την ημέρα γέννησής του, το έτος παραμένει αμφιλεγόμενο. Μια άνοιξη, πάντως, του Μεσοπολέμου στην Καβάλα, ήρθε στον κόσμο ένας άνθρωπος που φλέρταρε με τη ρίζα της λογοτεχνίας, τον υπόγειο ανθό της, με τη γοητεία της να υποσκάπτει φανερές παραδοχές και κατεστημένες αντιλήψεις.

Ο Γιώργος Χειμωνάς, με τις λέξεις του, κύλησε σαν νερό βαθιά στο κέντρο της λογοτεχνίας, ποτίζοντας και τρέφοντάς τη, κι ύστερα σκόρπισε σαν κοσμική σκόνη γύρω από την ουσία της Τέχνης, στεφανώνοντάς την με την αχλύ μιας ιδιαίτερης αρχετυπικής ομορφιάς. Η ανάλυσή του για την Τέχνη είναι εξίσου σπουδαία με τη λογοτεχνία του. «…Μια καλή λογοτεχνία, και να της κόψεις τη γλώσσα ή να την ακρωτηριάσεις, θα παραγάγει οπωσδήποτε έργο. Αν χρειαστεί, και με σήματα Μορς…».
Μια καινούρια οπτική στα πράγματα που τα διαπερνά ως ακτίνα του μέλλοντός τους, του παρόντος και τους παρελθόντος. Ένα αρχέγονο αίσθημα αχρονικότητας κατόρθωσε να διασώσει στο έργο του.

Οι ήρωές του έχουν χαρακτηριστικά τόσο βαθιά και υπερκόσμια και ατόφια που θυμίζουν έναν ακίνητο βράχο που τον τρώει για χιλιετίες το κύμα. Ένα σύμπαν φτιαγμένο εξολοκλήρου από το υλικό του ανθρώπου. «…Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της το ανεκπλήρωτο όραμα του ανθρώπου, μια φυσική ίσως αθλιότητα, δεν είναι απλά κοινωνική ή περιπτωσιακή. Είναι και αυτά, αλλά μαζί είναι και κάτι άλλο πιο οριστικά αδικημένο. Η Τέχνη είναι για να παίρνει στα χέρια της αυτή την απέραντη στέρηση του ανθρώπου, να τη δουλεύει και να την επιστρέφει πάλι στους ανθρώπους. Αλλά αυτή τη φορά να την παραδίδει μέσα σε μια λαμπερή φαντασμαγορία, τεντωμένη από ένα δίκαιο όσο και συγκινητικό μεγαλείο, μέσα σε μια απέραντη ευφορία…»
(Τα αποσπάσματα είναι από τον τόμο «Γιώργος Χειμωνάς-Πεζογραφήματα», με εισαγωγή, επιμέλεια και χρονολόγιο του Ευριπίδη Γαραντούδη, εκδόσεις Καστανιώτη, δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, έτος 1ης έκδοσης 2005)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: