ACHERONTIA ATROPOS (2)

Γύρω απ’ τη λάμπα σαν κουρέλια απλωμένα στις καρέκλες των καφέ που είχανε διάφοροι γέροι ιδιοκτήτες  ήτανε οι παράξενοι της πόλης. Οι μέγιστοι χαφιέδες της μαζί με τους ομορφονιούς  κάθονταν για να βλέπουνε τα πάντα και οι πάντες να τους βλέπουνε στην πρώτη στη σειρά την καφετέρια. Ακμάζον καταγώγιο με τους θαμώνες του ν’ ακούγονται σαν τα κοράκια που μαλώνουν μεταξύ τους. Εκεί πηγαίνανε και οι τρελοί της πόλης. Πρόσωπα χαυνωμένων και παραδομένων στη βαρύτητα αυτής της στοιχειωμένης της περιοχής με στόματα που φώναζαν συνέχεια «στ’ αρκίδια μου … στ’ αρκίδια μου …στ’ αρκίδια μου…» Ανάμεσα τους ήταν ένας που καθόταν μόνος του και έγραφε. Τρελός κι αυτός.  Δεν ήξερε πού ζούσε και εν τέλει αν αυτό που ζούσε ήτανε ζωή. Δεν ήξερε τον χώρο και τον χρόνο. Πότε γεννήθηκε και πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε. Τα περισσότερα καφέ ήταν με τέτοιες συναθροίσεις και ανθρώπους ανδρωμένα. Το τελευταίο στη σειρά ήτανε που ξεχώριζε. Το αμυδρό της λάμπας φως έπεφτε πάνω του σαν φως από κερί σε σκοτεινό δωμάτιο. Γεμάτο με σκιές. Και επιπρόσθετα όπως σε όλα τα καφέ έτσι σ’ αυτό το τελευταίο τ’ αυτιά των σκοτεινών θαμώνων του τα λούζανε  εκείνες οι θρηνητικές θαρρείς φωνές των πεταλούδων. Των πεταλούδων νεκροκεφαλών που  κλαίγανε μέσα σ’ εκείνη τη δεσμώτρια τη λάμπα. Κλαίγανε για τον περιορισμένο χώρο τους και για τα τζάμια που χτυπούσαν τα φτερά τους και δεν ήταν ικανές να δουν την ύπαρξή τους τη διαφανή.  Άλλες εκφέρανε  ρόγχο επιθανάτιο σε πολλαπλή συχνότητα πριν ξεψυχήσουν ηττημένες στο παιχνίδι με το φως και τ’ άγγιγμα της διάπυρης και φωτοβόλας λάμπας.    

Σ’ εκείνο το καφέ και σε συνάρτηση με την ακουστική του χώρου ακουγόταν πιο πολύ  ο βόμβος των εντόμων μες στη λάμπα και ο θρήνος. Γι’ αυτό οι άνθρωποι που σύχναζαν εκεί κάθονταν ένας έκαστος σε κάθε τραπεζάκι και στοχαστικός παρασυρμένος στις φωνές των λεπιδόπτερων που ‘μοιαζαν με στριγκλιές οδήγαγε τη μνήμη του σε μαύρες και δακρύβρεχτες δικές του αναμνήσεις. Από την πρώτη μέρα που λειτούργησε το μαγαζί εκείνο μέχρι τότε η πελατεία έγινε πιο συγκεκριμένη και στο τέλος ειδική μ’ έναν ξεχωριστό τρόπο που έκανε εκείνο το καφέ το τελευταίο να είναι ιεροπρεπές σαν τα νεκροταφεία. Οι επισκέπτες μόνοι τους σ’ αυτό έπιναν το ποτό τους μέσα σ’ αναφιλητά και «ωιμέ» ή μέσα στις πιο θλιβερές ενατενίσεις του τοπίου βουτηγμένοι. Συνέβαινε της σφίγγας πεταλούδας το εξωτικό και γοερό κάλεσμά του θανάτου ν’ αποπλανά στον οδυρμό και τους θαμώνες του καφέ. Αν όχι όλους τότε αρκετούς. Έπειτα μπλέκονταν οι αναμνήσεις δράματος η κύρτωση των ώμων και σωμάτων με τα βλέμματα και όλοι παραδέρνονταν σε μοιρολόγια άγρια για τις χαμένες τους ζωές. Σαν κύμα ή σαν φλόγα που φουντώνει μία θρυαλλίδα οι «αρκετοί» γίνονταν όλοι στην κατάνυξη δακρύων την απολυτρωτική. Ο ένας συμπαρέσερνε τον άλλο ή καμμιά φορά η δύναμη εκείνων των κλαυθμών των πεταλούδων περίσσευε για να τραβήξουν όλοι τους σ’ απώλειας μεθύσι. Τα κλάματα ανθρώπων και εντόμων διέσχιζαν εκείνη την πλατεία όπως  και καθετί όταν η νύχτα άναβε τη λάμπα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: