(σχεδόν) Παραμύθι για μια Αλίκη [1]

[Επειδή ακόμη είμαι υπό την επήρεια της Αλίκης στη Χώρα των θαυμάτων,  σκάρωσα το ακόλουθο για αυτόν εδώ τον ιστότοπο…]

 Έξω από το παράθυρο ο ουρανός μολύβι. Βρέχει. Όχι με μία από αυτές τις ξαφνικές, σχεδόν εξαγνιστικές μπόρες, αλλά με ένα από εκείνα τα ψιλόβροχα, τα προορισμένα θαρρείς έως και να σε συνθλίψουν.

Τα φανάρια αναβοσβήνουν ρυθμικά,  οι διαβάτες περπατούν αφηρημένα, τυλιγμένοι σε καμπαρντίνες ή κάποιοι κρυμμένοι κάτω από ομπρέλες παρηγοριάς – η γλυκιά ψευδαίσθηση πως μπορείς να διατηρηθείς προστατευμένος σ’ ένα τετραγωνικό αποκλειστικά δικό σου.

Ένα μπλε ποδήλατο στρίβει από την γωνία τρομάζοντας ένα περιστέρι. Το περιστέρι φτεροκοπάει και κάθεται στο γείσο ενός παραθύρου. Πίσω από το παράθυρο μια κοπέλα μ’ ένα φλιτζάνι αρωματικό τσάι στα χέρια κοιτάζει αδιάφορα χωρίς να βλέπει. Το μπλε ποδήλατο σταματάει εκεί στην άκρη του πεζοδρομίου, σχεδόν κάτω από το παράθυρό της. Ο ποδηλάτης, με κίτρινο αδιάβροχο και  άσπρο, πλεχτό σκουφάκι, σαν παιδικό, σηκώνει το βλέμμα του προς την είσοδο της πολυκατοικίας. Κι έπειτα κοιτάζει προς τα πάνω. Το περιστέρι έχει μόλις κουτσουλήσει, η κοπέλα έχει μόλις χαμογελάσει, αλλά ο ποδηλάτης δεν προλαβαίνει να δει το, σαν παιδικό, χαμόγελό της ∙ εκείνη έχει μόλις απομακρυνθεί από το παράθυρο, έχει αφήσει το μισοάδειο φλιτζάνι στο νεροχύτη και στέκεται αναποφάσιστη στην εξώπορτα του διαμερίσματός της.

Ο ποδηλάτης στέκεται επίσης αναποφάσιστος στην είσοδο της πολυκατοικίας. Στερεώνει το ποδήλατο δίπλα στον τοίχο. Πηγαίνει στα κουδούνια. Σα για να βεβαιωθεί, βγάζει ένα μουσκεμένο χαρτάκι από την τσέπη του: ένα απόκομμα εφημερίδας, μια αγγελία σημειωμένη με κόκκινη μπογιά. Χτυπάει ένα κουδούνι. Η βαριά τζαμένια, με τις art-deco σιδερένιες λεπτομέρειες, πόρτα ανοίγει κι εκείνος την σπρώχνει διακριτικά. Μετά χάνεται πίσω της.

Η κοπέλα δυο ορόφους πιο πάνω στέκεται στην ανοιχτή πόρτα του διαμερίσματός της. Δίπλα στα κλειδιά της μια τράπουλα. Τραβάει ένα χαρτί: ντάμα κούπα. Και μετά ακόμη ένα: βαλές σπαθί. Χαμογελάει συγκαταβατικά. Σχεδόν καγχάζει. Βάζει το τραπουλόχαρτο στη στοίβα, παίρνει τα κλειδιά της, κλειδώνει κι αρχίζει να κατεβαίνει τα σκαλιά με τη βεβαιότητα ότι για μια ακόμη φορά δεν θα καταφέρει να είναι στην ώρα της. Φτάνοντας στο ισόγειο μόλις και προλαβαίνει να δει το κίτρινο αδιάβροχο και το άσπρο σκουφάκι να χάνονται πίσω από το βάρος της εξώπορτας κι απροσδόκητα μια πρωτόγνωρη επιθυμία την κάνει να θέλει να τρέξει ξοπίσω, μια ανεξήγητη παρόρμηση ν’ ακολουθήσει σκουφάκι κι αδιάβροχο – ακόμη κι ως της γης την κάτω άκρη.

Την ώρα ακριβώς που το πόδι της αγγίζει το σκαλοπάτι με την παρόρμηση να αφεθεί να ακολουθήσει μια άγνωστη, ξέφρενη πορεία, πιθανόν ακόμη και γεμάτη θαύματα,  μια φωνή την κάνει να κοντοσταθεί – είναι που η ίδια η ζωή, γεμάτη μικρές καθημερινές λεπτομέρειες μοιάζει να στέκεται πολλές φορές εμπόδιο σε μιαν άλλη, περισσότερο απίθανη εκδοχή της.

 – Δεσποινίς Αλίκη…

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη με μια κόκκινη αυτοκρατορική ρόμπα, (όχι από αυτές που σε κάνουν να αναλυθείς σε γέλια τρανταχτά αλλά από εκείνες που σε κάνουν να νοσταλγήσεις τη θηλυκότητα μιας άλλης εποχής, τότε που το κόκκινο δεν ήταν απαραίτητο συνώνυμο της προστυχιάς ή του εφήμερου αλλά του ασίγαστου, ειλικρινούς πάθους) έχει προβάλλει στην πόρτα του ισόγειου διαμερίσματος.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: