(σχεδόν) Παραμύθι για μια Αλίκη [2]

Το πρόσωπό της προσεκτικά μακιγιαρισμένο, το βλέμμα της σχεδόν υπεροπτικό αλλά συνάμα γεμάτο κατανόηση – είναι που καμιά φορά η υπεροψία απομένει ως το μοναδικό αντίδοτο σε κάτι, όπως για παράδειγμα η νεότητα, που έχει φύγει ανεπιστρεπτί.

 – Κοιτάξτε τι σας έχω.

Δείχνει δυο γάντια ίδιου μεγέθους: το ένα πράσινο λαχανί και το άλλο κίτρινο.

Η Αλίκη την κοιτάζει απορημένη.

– Αυτό είναι το δικό μου. Κρατήστε το όμως. Το έχω χάσει το άλλο.

– Το ξέρω. Αλλά εγώ νομίζω πως σας βρήκα το ταίρι του.

Η Αλίκη κοιτάζει το πράσινο γάντι. Κι έπειτα τη γυναίκα.

– Μα… δεν είναι ίδια.

– Φυσικά και δεν είναι. Δεν είπα ποτέ ότι είναι. Εγώ σας είπα πως αυτό μπορεί και να είναι το ταίρι του. Έχω άδικο;  Είναι και τα δύο το ίδιο μέγεθος. Το ίδιο δέρμα. Και τα δυο φαγωμένα κάτω από το μικρό δαχτυλάκι, σαν κάποιος να το δαγκώνει συχνά το δάχτυλο αυτό… ίσως από αμηχανία… Δεν ταιριάζουν;

Στα μάγουλα της Αλίκης μια υποψία κόκκινου χρώματος – αφού τη δεδομένη αμήχανη στιγμή δεν μπορεί να δαγκώσει ελαφρά, εκεί στο βουναλάκι, το πέμπτο της δάχτυλο.

– Τέλος πάντων. Δεν φοράς γάντια. Και σήμερα κάνει κρύο. Έλα λοιπόν, τι το σκέφτεσαι τόσο;

Με μια μεγαλοπρεπή κίνηση κλείνει την πόρτα του διαμερίσματός της, και κατευθύνεται στην μπαλκονόπορτα. Τραβάει την κουρτίνα μ’ ανυπομονησία: εκεί,  στο απέναντι πεζοδρόμιο ο άντρας με το άσπρο σκουφάκι και το μπλε ποδήλατο.  Γελάει με την καρδιά της καθώς του γνέφει. Αλλά εκείνος είναι συγκεντρωμένος στην art deco εξώπορτα.

Από την μέσα μεριά της εξώπορτας, η Αλίκη ετοιμάζεται με το δεξί της χέρι αυτό με το πρασινολαχανί γάντι να τραβήξει το σύρτη: κοίτα που έχουν το γούστο τους τελικά σκέφτεται και γελάει. Γελάει με την καρδιά της σα να συνειδητοποιεί κάτι μόλις τη στιγμή εκείνη.

«Δεν έχεις να πας πουθενά κορίτσι μου, εχθές σου ανακοίνωσαν την απόλυσή σου» λέει και κάνοντας μεταβολή ανεβαίνει οργισμένα δυο, δυο τα σκαλοπάτια. 
Χωρίς να γδυθεί, με τα γάντια ακόμη φορεμένα στα χέρια της  κάθεται στον καναπέ συνεχίζοντας να γελάει. Κι έπειτα κλαίει. Γοερά.

– Α, μα πια Αλίκη. Οι μεγάλοι δεν κλαίνε.

Όλο και μεγαλύτερες στάλες κυλάνε από τα μάτια της ώσπου αποκαμωμένη την παίρνει ο ύπνος. Και κει στο όνειρό της, σαν σε χριστουγεννιάτικη κάρτα, ένας άντρας πατινάρει σε μια έρημη πίστα που καθώς καθρεφτίζεται στον βαρύ χειμωνιάτικο ουρανό αποκαλύπτει το μυστικό: τα παγοπέδιλα διαγράφουν την ίδια πορεία ξανά και ξανά με μόνη έννοια θαρρείς, να χαράξουν βαθιά στον πάγο το όνομά της  –  όμως στα αγγλικά γραμμένο: «Alice».

(Είναι η φωνή του Tom Waits που κάπου στο βάθος, μάλλον από το διπλανό διαμέρισμα,  τραγουδάει για μια Αλίκη)
Κι εκεί στον ύπνο της χαμογελάει, αποφασισμένη να δει το ίδιο όνειρο ξανά και ξανά.

Η ηλικιωμένη γυναίκα με την κόκκινη ρόμπα μπροστά στη μπαλκονόπορτα μάταια περιμένει να τη δει να βγαίνει στο δρόμο φορώντας τα παράταιρα γάντια. Το ίδιο κι ο ποδηλάτης που είχε, για λόγο άγνωστο, σπεύσει να ανταποκριθεί στην παράξενη αγγελία: «Αναζητείται αριστερό δερμάτινο γάντι μεσαίου μεγέθους, με λίγο φαγωμένο το πέμπτο δάχτυλο –   χρώμα αδιάφορο, ή ιδανικά να ταιριάζει με κίτρινο του κρόκου.»

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: