Μια Μαρία

(προδημοσίευση- απόσπασμα από το ακόμη σε εξέλιξη μυθιστόρημά μου, για ενηλίκους αυτή τη φορά, με τίτλο Ο Γλύπτης)

Κι είναι που πάντα υπάρχει μια Μαρία στην παιδική ηλικία των ανδρών. Ένα κορίτσι που μπαινοβγαίνει με θράσος στα όνειρα τους – αγόρια εκείνοι αμούστακα ακόμη –  παραμονεύει εκεί, κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού, τα άγουρα παιχνίδια τους, χλευάζει ναζιάρικα τα πρώτα τους κατορθώματα.
Ένα πλάσμα της φαντασίας μειδιά: με εκείνο το αινιγματικό μισοχαμόγελο των αγαλμάτων του 6ου π.χ αιώνα, υπόμνηση της ειρωνείας της ανθρώπινης φύσης. Πλάσμα σκαλισμένο στο άσπρο μάρμαρο, κατόρθωμα ενός άγουρου, αμούστακου τεχνίτη. Κι ο μικρός τεχνίτης περήφανος, με κόκκινα μάγουλα, κοιτάζει τη Μαρία των ονείρων του ∙ κι εκείνη απορημένη κοιτάζει το πλάσμα το μαρμάρινο.
– Τι είναι αυτό;
– Ένας σάτυρος! Σου αρέσει;
– Δεν ξέρω τι είναι!
– Ένας μικρός θεός που του αρέσει το παιχνίδι κι ο έρωτας.
Το κορίτσι γελάει. Νερό που κυλάει στις πέτρες το γέλιο της. Αέρας που παίζει με τα κληματόφυλλα το χαμόγελό της.
– Τι είναι ο έρωτας; Εσύ ξέρεις;
Το αγόρι κοιτάζει τις μύτες των παπουτσιών του.
Αχ Μαρία! Εγώ το μόνο που ξέρω είναι ότι
τα πρωινά γεύομαι στη γλύκα της μαρμελάδας τα χείλια σου,
το μεσημέρι αγγίζω στα βότσαλα  τα γυμνά σου μπράτσα και τα ξυπόλυτα πόδια σου,
το απόγευμα ακούω στην καμπάνα το γέλιο σου και στο φως των αστεριών βλέπω τη λάμψη των ματιών σου.
Κι εγώ το μόνο που κάνω είναι να διαλέγω πέτρες και να τις λαξεύω.
Να φτιάχνω πέτρινα λουλούδια άχρωμα και άοσμα και μετά να τα χαλάω.
Δεν είμαι ποιητής Μαρία.
Είμαι ένα παιδί που παίζει με πέτρες.
– Λοιπόν; Σ’ αρέσει; Μολόγα.
– Δεν… ξέρω. Τι με ρωτάς κι εσύ…
– Σε ρωτάω, αν σ’ αρέσει.
– …
– Πόσο το εκτιμάς το έργο μου, πες μου!
Λέει το αγόρι δειλά αλλά με θάρρος περίσσιο στα γαλανά του μάτια.
Το κορίτσι ένα κορίτσι όπως τόσα, μια Μαρία όπως τόσες, κοιτάζει αδιάντροπα το παιδί, ένα μικρό γλύπτη και χαμογελάει – πονηρά. Βάζει το χέρι στην τσέπη της και βγάζοντας ένα νόμισμα το πετάει στα πόδια του.
– Ορίστε μικρέ μάστορα. Να μια δεκάρα για το έργο σου!
Γέλιο κελαρυστό και πάλι, νερό τρεχούμενο που πιτσιλάει τον μικρό καλλιτέχνη. Μικρές πιτσιλιές στα μάτια του –  στάλες νερό ή δάκρυα;
Ποιος ξέρει να πει τι πληγώνει ένα παιδί, τι πληγώνει έναν ερωτευμένο, ή τι πληγώνει έναν δημιουργό, πιο πολύ απ’ όλα; η κοροϊδία, η περιφρόνηση, η αδιαφορία, η άρνηση;
Κι είναι που η καρδιά ενός ερωτευμένου, όπως κι η περηφάνια ενός δημιουργού, όπως κι η λαχτάρα ενός παιδιού, από κάτι μικρό κι ασήμαντο, μπορεί να γίνουνε κομμάτια ∙ όπως τα κομμάτια ενός γλυπτού μαρμάρινου, όταν με ορμή πέφτει στο έδαφος.
Κομμάτια μάρμαρο στα πόδια της Μαρίας.
Γλυπτό σπασμένο.
Προσδοκία που έγινε θρύψαλα.
– Μα γιατί; ρωτάει μια Μαρία με γνήσια απορία κοιτάζοντας έναν καταφρονημένο γλύπτη, έναν αθεράπευτα ερωτευμένο, έναν πληγωμένο, απαρνημένο άνθρωπο, ένα απογοητευμένο παιδί.
– Επειδή… λέει εκείνο το παιδί.
Και μετά τίποτα.
Το στόμα βουβό, άηχο.
Τα μάτια άδεια.
Αυτά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: