Κάποια Χριστούγεννα

Εκείνο τα βράδυ η Α. αποφάσισε να πάει με το γιο της στον κινηματογράφο. Δεν κατάλαβε κι η ίδια πώς  βρέθηκαν να παρακολουθούν τη συγκεκριμένη ταινία, που καμία σχέση δεν είχε με τις συνηθισμένες περιπέτειες που συνήθως παρακολουθούσαν, ταινία από αυτές που μπορούν να σε συγκλονίσουν για μια ζωή, αν είσαι πρόθυμος να σου συμβεί κάτι ανάλογο, ή τουλάχιστον να σε συγκινήσουν αν είσαι ευσυγκίνητος – κι η Α. ήταν. Πολύ. Ευσυγκίνητη. Γι’ αυτό κι από ένα σημείο και μετά σχεδόν δεν μπορούσε να αναπνεύσει από το κλάμα και τον πονοκέφαλο.

Ο γιος της πάλι, καθισμένος δίπλα της κοιτούσε με ορθάνοιχτα μάτια, σοβαρός, ατάραχος, σχεδόν αμέτοχος, όμως χωρίς να χάνει ούτε πλάνο.

Όταν τελείωσε η ταινία, κι άρχισαν να πέφτουν οι τίτλοι, η Α. φύσηξε τη μύτη της μ’ ένα χαρτομάντιλο, σκούπισε τα δάκρυά της, πήρε δυο τρεις μεγάλες ανάσες, και φορώντας ένα χαμόγελο αυτοκυριαρχίας στο πρόσωπο στράφηκε στο γιο της.

– Πάμε;

Αλλά πρέπει κανείς να το φανταστεί αυτό ειπωμένο ως ερώτηση ρητορική.

Τότε το παιδί με μια κίνηση πολύ απλή έστρεψε το κεφάλι του και κοιτάζοντάς την κατάματα ρώτησε:
– Ήταν αληθινή ιστορία; Πες μου. Δεν μπορεί. Δεν μπορεί να συμβαίνουν τέτοια πράγματα… στ’ αλήθεια.

Να διευκρινίσουμε ότι δεν ήταν ακατάλληλη, δεν υπήρχε ίχνος βίας, ούτε ένα πλάνο βίας, κάτι που να σε κάνει να φοβάσαι έστω – πράγμα ασυνήθιστο. Η συγκεκριμένη ταινία θέμα της είχε την ορφάνια, την ανέχεια, την απόγνωση, τη θλίψη, την ανάγκη να θρηνήσεις για τη ζωή που σου στέρησαν. Βαθιά ανθρώπινη με λίγα λόγια, αλλά κατά κάποιο τρόπο τόσο «εξωτική» σκέφτηκε η Α.
– Ήταν αληθινή ιστορία; Πες μου.

Το παιδί ρώτησε κι ήταν περισσότερο η χροιά της φωνής του που μαρτυρούσε τη βεβαιότητά αλλά και την ανάγκη του να διαψευστεί ∙ πώς να το χωρέσει το μυαλό του – βλέπετε στην εικονική ζωή πατάς restart κι οι ήρωες ξαναζωντανεύουν, το παιχνίδι ξαναρχίζει.

Η Α. ήταν από αυτές τις μάνες που θέλουν να λένε στα παιδιά τους την αλήθεια, αλλά από την άλλη πως λες τέτοιες αλήθειες στα παιδιά; Και μόνο τότε η Α διεπίστωσε με έκπληξη πως τόσο καιρό στα ψέματα ζούσαν, με ψέματα τα χρόνια περνούσαν, χωρίς να βλέπει την όποια πραγματικότητα.
– Πάμε και θα σου πω, του λέει.

Πιάνει το γιο της από το χέρι και βγαίνουν έξω στο δρόμο.
Η πόλη φορούσε τα γιορτινά της. Πλησίαζαν Χριστούγεννα.

Τους φαντάζομαι να προχωράνε στο σκοτάδι κι εκείνη η μάνα να προσπαθεί να του εξηγήσει την αλήθεια, πιθανόν για πρώτη φορά, να του μιλάει με θάρρος για τα ανθρώπινα λάθη, ακόμη και γι’ απανθρωπιά, αλλά και για συμπόνια, για αγάπη, για ελπίδα, για πίστη σε όνειρα. Κι ίσως μάλιστα πηγαίνοντας σπίτι να ανέβηκε στο πατάρι, και σ’ ένα ξεχασμένο κουτί να βρήκε ένα παραμύθι από αυτά που της διάβαζε κάποιος όταν ήταν εκείνη παιδί, κι ένα αγγελάκι με μονάχα ένα φτερό και να κρέμασε το «ανάπηρο» αγγελάκι στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο και μετά παίρνοντας αγκαλιά το γιο της, ν’ άρχισε να του διαβάζει με προσήλωση και στοργή.

Δεν υπήρχαν περιθώρια γι’ άλλα ψέματα, γι’ αυτό και περισσότερο από ποτέ χρειάζονταν κι οι δυο τους ιστορίες που να μιλάνε γι’ αλήθειες, τα παραμύθια εκείνα που βοηθούν να κοιτάμε κατάματα τη ζωή.

Κι ίσως εκείνα τα Χριστούγεννα, αργότερα όταν τα χρόνια θα περνούσαν, θα ήταν και για τους δυο τους από τα πιο όμορφα… τα πιο αληθινά.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Χωρίς κατηγορία

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: