Δώρο

Θα ξεκινήσω με ένα από τα πιο αγαπημένα μου ποιήματα. Έπεσα επάνω του  ψάχνοντας στο Διαδίκτυο και εξαιτίας του γνώρισα τον Αμερικανό ποιητή Robert Hass, διάβασα όλα τα ποιητικά βιβλία του (δεν είναι πολλά) και μετά από τρία χρόνια μετέφρασα μια μικρή συλλογή ποιημάτων του που τελικά φιλοξενήθηκε στο περιοδικό (.poema..).

Κατά τη γνώμη μου το ποίημα διατηρεί σε τέλεια ισορροπία την πολλαπλότητα  των οπτικών. Δύο ή και περισσότερα ρεύματα κινούνται ταυτόχρονα (από τη γλώσσα, τις λέξεις) μέσα στο κείμενο: το διαπροσωπικό και στοχαστικό αλλά και το μη ανθρώπινο στοιχείο, μαζί με τα πιο εξομολογητικά, σωματικά και υλικά ιζήματα, που ανακινούνται και αναδύονται στην επιφάνεια. Από την κίνηση αυτή παράγεται συγκίνηση και πνευματική εγρήγορση. Πριν το καταλάβεις, έχεις αιχμαλωτιστεί. Σας παρακαλώ μην το προσπεράσετε διαβάστε το:

 ΔΙΑΛΟΓΙΣΜΟΣ  ΣΤΟ LAGUNITAS

 

Ολόκληρη  η νεώτερη σκέψη μιλάει για την απώλεια.

Σ’ αυτό μοιάζει με όλη την παλιά σκέψη.

Η ιδέα, για παράδειγμα, πως κάθε μερικότητα απαλείφει

την λαμπρή καθαρότητα του προτύπου. Πως ένας τρυποκάρυδος

με μουτσούνα κλόουν που τρυπάει το γλυπτό νεκρό κορμό

εκείνης της μαύρης σημύδας συνιστά, δια της παρουσίας του,

κάποια τραγική πτώση από έναν πρωταρχικό κόσμο

αδιάσπαστου φωτός. Ή εκείνη η άλλη αντίληψη ότι,

επειδή δεν υπάρχει στον κόσμο άλλο πράγμα

αντίστοιχο μιας βάτου με βατόμουρα,


κάθε λέξη είναι μια ελεγεία εκείνου που σημαίνει.

Μιλούσαμε για όλα αυτά χτες βράδυ αργά και στη φωνή


του φίλου μου, υπήρχε ένα λεπτό σύρμα θλίψης,

ένας τόνος σχεδόν μεμψίμοιρος. Μετά από λίγο κατάλαβα πως,

μιλώντας μ’ αυτό τον τρόπο, καθετί διαλύεται: δικαιοσύνη,

πεύκο, μαλλιά, γυναίκα, εσύ κι εγώ. Γνώριζα κάποτε μια γυναίκα

που έκανα έρωτα μαζί της, και θυμάμαι πως, κρατώντας

τους μικρούς της ώμους στις παλάμες μου καμιά φορά,

αισθανόμουν μια βίαιη κατάπληξη για την ύπαρξή της

σαν μια δίψα για αλάτι, για τον ποταμό των παιδικών μου χρόνων

με τις υδροχαρείς ιτιές του, ανόητη μουσική από το πλοιάριο αναψυχής,

γούβες με λάσπη όπου πιάναμε τα μικρά ασημένια και πορτοκαλί ψάρια

που τά’λεγαν ηλιόψαρα. Δεν είχε καν σχέση μαζί της.

Λαχτάρα, λέμε, γιατί η επιθυμία είναι γεμάτη

αγεφύρωτες αποστάσεις. Κι εγώ το ίδιο θα ήμουν γι’ αυτήν.

Όμως θυμάμαι τόσο καλά, τον τρόπο που τα χέρια της έσπαζαν το ψωμί,

εκείνο το πράγμα που είπε ο πατέρας της και την πλήγωσε,

τα όνειρά της. Υπάρχουν στιγμές που το σώμα είναι υπερβατικό

όπως οι λέξεις, μέρες που είναι προέκταση της σάρκας.

Τόση τρυφερότητα, εκείνα τα απογεύματα και βράδια,

λέγοντας, βατόμουρο, βατόμουρο, βατόμουρο.

 

Έχω απαγγείλει αυτό το ποίημα δυνατά πολλές φορές σε φίλους. Μου πήρε τουλάχιστον πέντε απαγγελίες για να καταφέρω να αρθρώσω τις τελευταίες τρεις λέξεις χωρίς να κλάψω. Γιατί; Γιατί δεν μπορούσα να πω: βατόμουρο. Γιατί μέσα στο ποίημα αυτή η λέξη είχε γίνει πράξη. Και μάλιστα πράξη πολλαπλή.

(μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα για τον Ρόμπερτ Χας καθώς και άλλα ποιήματά του εδώ http://www.poema.gr/poem.php?id=259&pid=24).

Advertisements

One thought on “Δώρο

  1. Απλώς υπέροχο, ένα «ευχαριστώ» γι’ αυτό το δώρο δε φτάνει. (Όχι, δε θα δοκιμάσω ποτέ να το απαγγείλω…)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: