Γιατρέ μου… [2]

Τον τελευταίο καιρό με ταλανίζει ένα ερώτημα. Όχι, δεν περνάω κάποιο ιδιαίτερο αναπτυξιακό στάδιο, είμαι στην ηλικία που θα έπρεπε να είμαι, αλλά όσο περνάει ο καιρός δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ αν οι συγγραφείς –και τους ξεχωρίζω από άλλους καλλιτέχνες- δεν είναι λίγο…, πώς να το πω… «μη-καλά».

Εξηγούμαι:

Κάθεσαι στο σπίτι σου, στο γραφείο, στο μπαλκόνι, στον καναπέ, στο κρεβάτι, στην τουαλέτα, όπου σε βολεύει τέλος πάντων, και σκέφτεσαι άσχετα πράγματα. Ξαφνικά μέσα στο κεφάλι σου αρχίζουν και ζωντανεύουν κάποια πρόσωπα, γύρω από τα οποία ενστικτωδώς μπορείς να πλάσεις έναν μύθο, ένα παρελθόν, ένα παρόν και ίσως αργότερα, ένα μέλλον. Μπορείς να νιώσεις ότι νιώθουν, να υποστηρίξεις τον έναν ή τον άλλο, να αναρωτηθείς τι θα γίνει μετά, ακούς τις φωνές τους μέσα στο κεφάλι σου, νιώθεις τα συναισθήματά τους στο στήθος και στο στομάχι σου, συμπάσχεις, αγχώνεσαι, ερωτεύεσαι. Δεν μπορείς να συγκεντρωθείς σε τίποτα άλλο, όλα χάνουν την σημασία τους και το μόνο που γιγαντώνεται μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, είναι τα πρόσωπα αυτά μέσα στο κεφάλι σου. Κάποια στιγμή η ένταση είναι τόσο μεγάλη που πρέπει να την μεταφέρεις στο υπαρκτό ή ψηφιακό χαρτί. Έτσι γεννιέται μια ιστορία.

Ας πάρουμε και μια περίπτωση ψυχικής ασθένειας. Το άτομο ακούει φωνές, βλέπει πρόσωπα που δεν υπάρχουν, οδηγείται σε πράξεις από εντολές «άλλων», παραληρεί, διακατέχεται από ψυχαναγκαστικές ιδέες και εμμονές.

Αν τώρα διασταυρώσουμε, χάριν της συζήτησης και μόνον, τον συγγραφέα με ένα άτομο σε παραλήρημα, θα μπορέσουμε να διαπιστώσουμε τις δύο αυτές διαφορές:

1. ο συγγραφέας γνωρίζει –θέλω να πιστεύω- πως ο κόσμος τον οποίο έχει πλάσει στο κεφάλι του ή οι ήρωες με τους οποίους συνδιαλέγεται δεν είναι αληθινοί. Αυτό όμως δεν τον εμποδίζει να έχει πραγματικά αισθήματα για αυτούς και να μην μπορεί να ασχοληθεί με τίποτα άλλο όσο εκείνοι έχουν ακόμα ανεκπλήρωτα αιτήματα.

2. ο συγγραφέας αντίθετα από το άτομο σε παραλήρημα εκφράζει γραπτά τις ιδέες και σκέψεις του, αφήνοντάς τες να φύγουν από πάνω του και να ενσωματωθούν σε ένα γραπτό (εκτυπωμένο ή μη), ενώ το άτομο σε παραλήρημα αδυνατεί να εξάγει τον κόσμο που δρα μέσα στο κεφάλι του. Ο συγγραφέας λοιπόν καταφεύγει στην τέχνη, μετουσιώνοντας σε αυτήν την όποια «μη-φυσιολογική» λειτουργία του.

Έχοντας, επομένως και ενδεχομένως, καταπατήσει κάθε νόμο της ψυχιατρικής, της ψυχολογίας και της ψυχανάλυσης, αναρωτιέμαι κατά πόσο όλοι οι καλλιτέχνες, αλλά κυρίως οι συγγραφείς είμαστε ολίγον τι για δέσιμο.

Χάριν της κουβέντας ας δεχτούμε πως είμαστε, όχι λίγο, αλλά πολύ για δέσιμο. Δεν μπορώ τότε παρά να θέσω στον εαυτό μου το ερώτημα, αν η ζωή θα είχε ενδιαφέρον χωρίς αυτή τη μικρή δόση τρέλας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: