Εννέα σκέψεις για ένα Μόνο Γράμμα – Μ [β΄μέρος]

Πόσο αντέχει η ποίηση στον Χρόνο; Πώς ταξιδεύει στον Καιρό; Διαγράφει επάλληλους κύκλους, τροχιές, μια κρύβεται μέσα στο χώμα και πάλι αναδύεται έξω στον αέρα και στο φως. Πότε χάνεται, πότε ξανά συνταράζει ανθρώπους και φτιάχνει οράματα. Ξέρει ο ποιητής, έχει συναίσθηση του αέναου αυτού παιχνιδιού. Τα λόγια του, θα ’ρθει καιρός, που θα χαθούν, θα κρυφτούν πες καλύτερα, θα λυθούν σε κομμάτια, σε σπαράγματα. Κι η απονιά των ανθρώπων θα τα ρίξει σε βάθος νερού. Μέχρι να γίνουν και πάλι ολοστρόγγυλα βότσαλα. Μέχρι να λάμψουν ξανά στη ματιά και στα χείλη των ανθρώπων.

Είναι προαιώνιο αυτό το ταξίδι. Κρατάει από τον καιρό των πρώτων πρώτων ερώτων του ανθρώπου με την Ποίηση. Ο καρπός της αγάπης είναι μοιραίο, σχεδόν, πότε να κρύβεται, πότε να σκοτεινιάζει, φορές να χάνεται, και πότε έξαφνα να τινάζεται σαν τον πίδακα μιας υπόγειας κοίτης ορμητικού νερού. Και να επιβάλλεται ξανά στους ανθρώπους. Είναι ο Χρόνος αυτός που θα κρίνει, που θα διακρίνει, μια μεγάλη κρησάρα που αφήνει να περάσουν τα μικρά και τα ασήμαντα, τα καταδικασμένα στη φθορά. Και κρατάει τα μεγάλα και τα δυνατά.

Ο Χρόνος, που καθαγιάζει. Ο Χρόνος, που γλύφει και λαξεύει, που θάβει για να αναστήσει. Μέσα απ’ το σκοτάδι του ξαναγεννιούνται και αναφαίνονται αγιασμένα πια όσα άντεξαν. Στο διάστημα που κρύφτηκαν ο Χρόνος γίνεται κριτής, κι όταν πια ορθώνονται ενώπιόν του, έχουν γύρω τους την αύρα της αγιότητας. Και τη βεβαιότητα του πλέον αμετάκλητα αιώνιου.

*   *   *

Η μοναξιά είναι –θα πρέπει να ’ναι–  για τον ποιητή ό,τι ο αέρας και το νερό για το λουλούδι. Μέσα στη μοναξιά ανθίζει η ποίηση. Από τη μοναξιά του ποιητή κραταιώνεται. Μέσα στους κόλπους της μοναχικότητας και μόνο βρίσκει τη δύναμη ο ποιητής να αντιπαρατεθεί στον μεγάλο του αντίπαλο: στον εαυτό του˙ και να βρει τον πιο μεγάλο του σύμμαχο: τον εαυτό του πάλι.

Μόνος ξεκινά κανείς μέσα στην ποίηση, για να συντελεστεί το μέγα μυστήριο της ένωσης με τον άλλο. Τον κάθε άλλο. Τον εδώ ή τον πέρα. Τον εντός μας και τον δίπλα μας. Για να του ψιθυρίσουμε αλήθειες και όνειρα. Για να γυμνωθεί ο ποιητής ως την άκρα ταπείνωση. Και να εισπράξει την απροσμέτρητη ανταμοιβή. Τη μέθεξη στο θαύμα.

Κι είναι αυτή η πράξη του πράξη αντάρτη και υποταχτικού μαζί. Πράξη νομιμοφροσύνης και αντιπαράθεσης. Πρώτα και κύρια με το παρελθόν. Με τους προγόνους. Ποιητές και μη.

*   *   *

Όταν κοιτάξει κανείς για πρώτη φορά μέσα στο θαύμα –πες πως βυθίζει τα μάτια του κάτω από την επιφάνεια του νερού της θάλασσας–, αντικρίζει για πρώτη φορά το έως τότε ανίδωτο. Καίνε τα μάτια του από το αλμυρό νερό (σαν άλλος απελευθερωμένος δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου δεν είναι εύκολο στην αρχή να κοιτάξει καταπάνω στο φως). Σιγά σιγά συνηθίζει, ο πόνος απαλύνεται, το βλέμμα του προσαρμόζεται, όλα γίνονται πιο ήπια, πιο καμπύλα, όλα, έξω από ένα˙ δεν απαλύνεται η ένταση. Γιατί το θαύμα είναι εκεί. Και συντελείται ακέραιο.

*   *   *

Αν ο άνθρωπος είναι έκπτωτος του Παραδείσου, τότε σε όλη του τη ζωή αναζητά αυτόν τον χαμένο Παράδεισο. Αν ο ποιητής είναι ευλογημένος ή καταδικασμένος να μπαινοβγαίνει στον Παράδεισο, παίρνοντας μαζί του κλεφτές ματιές από την ωραιότητα και τη γαλήνη του, τότε σε όλη του τη ζωή μοχθεί να τον κατοικήσει.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: