Πού (με) πάει η Ποίηση; [ή Τα Καινούργια Ρούχα του Αυτοκράτορα]

Είναι αλήθεια πως το πιο συναρπαστικό στην Ποίηση είναι το πάντα καινούργιο. Η Ποίηση ανοίγει νέους δρόμους στη γλώσσα, στην έκφραση, στη σκέψη, στη ζωή. Ανατρέπει, γεννά, συγκλονίζει. Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως η προσήλωση στο καινούργιο και το νεωτεριστικό κάποιες φορές μάς εγκλωβίζει και μας εμποδίζει να το αγγίξουμε. Γιατί το καινούργιο πρέπει να είναι μια αμετάκλητη εσωτερική ανάγκη, μια απρόβλεπτη έκρηξη, κι όχι απλά μια εγκεφαλική επινόηση, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να είναι μόνο μια προγραμματική επιδίωξη.

Αν κάτι στέρεο έφερε, νομίζω, ο μετα-μοντερνισμός (ή τουλάχιστον ο μετα-μοντερνισμός όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι) είναι η απελευθέρωση όχι μόνο από τη φόρμα (όπως κατάφερε ο μοντερνισμός) αλλά και από τη “μη φόρμα”. Θέλω να πω πως πλέον ο ποιητής αισθάνεται –μπορεί κι οφείλει να αισθάνεται– απόλυτη ελευθερία να κρατήσει ή να απορρίψει. Να θαυμάσει ή να ψέξει. Να κάνει βήματα εμπρός ή βήματα πίσω· πάντως να κάνει βήματα…

Γράφοντας Ποίηση στους καιρούς μας αισθάνομαι όλο και πιο πολύ την ελευθερία αυτή να γίνεται δεύτερο δέρμα μου. Αισθάνομαι να κολυμπάω σε νερά διαυγή και απύθμενα. Κάνω απλωτές και γύρω μου, ολοστρόγγυλος σα δαχτυλίδι, ανοίγεται ο ορίζοντας. Πουθενά στεριά. Κι αυτό μού δίνει την αίσθηση του απείρου, ενώ την ίδια στιγμή μού προκαλεί το δέος του αγνώστου. Δεν υπάρχουν “πρέπει” μα δεν υπάρχουν και “δεν πρέπει”. Είσαι εσύ και αυτό. Είναι αυτό και εσύ. Ώσπου στο τέλος εσύ είσαι αυτό κι αυτό είσαι εσύ.

Τόσο απλά αντιλαμβάνομαι γιατί εξακολουθεί (γιατί θα εξακολουθεί) να έχει νόημα το να γράφει κανείς Ποίηση. Για να μην μπορεί να προβλέψει καν τι θα του συμβεί. Να μην μπορεί παρά να φαντάζεται μιαν ακτή και να την πλάθει ο ίδιος με το μυαλό του. Κι η ακτή να μη διακρίνεται ποτέ. Γιατί η Ποίηση είναι η κολύμβηση. Κι ο ποιητής δεν πρέπει να ξέρει αν θα πνιγεί ή αν θα σωθεί. Φτάνει μόνο να μπορεί να χαίρεται τό διττό αυτό αίσθημα…

Επειδή όμως η Ποίηση είναι πρωτίστως επικοινωνία, είναι το άνοιγμα του “εγώ” στο “εσύ” με τρόπο που να δίνει και στους δυο την ίδια –όχι σε ποιότητα αλλά σε ένταση– συγκίνηση, πρέπει κάθε “ποιητική γενιά” να αναλογίζεται και το ζήτημα του ανοίγματός της στους αναγνώστες.

Η τελευταία ποιητική γενιά που κατάφερε να επικοινωνήσει γενναία και πλατιά με τον αναγνώστη ήταν, νομίζω, η “γενιά του ’70” (ίσως να το ευνόησαν αυτό οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, ίσως και να το επέβαλαν, σκέφτομαι καμιά φορά). Ακολούθησαν οι “γενιές του ’80 και του ’90” που, κατά γενική ομολογία, προσανατολίστηκαν σε περισσότερο αυτοαναφορικά κείμενα, στράφηκαν στο “εγώ” και ανέδειξαν την εσωτερικότητα σε πρώτιστη αρχή, με το ανάλογο βέβαια κόστος στην επικοινωνία που είχαν τα κείμενα με το κοινό τους. Επικράτησε μια στροφή στην πεζογραφία (πολλοί από τους ποιητές που ξεκίνησαν στις δεκαετίες εκείνες με ποιητικό λόγο, συνέχισαν με πεζογραφικά κείμενα). Κι ύστερα;

Ύστερα ακολούθησε η δική μου ποιητική γενιά, η “γενιά του 2000”. Κάτι καινούργιο, λένε, φάνηκε στον ορίζοντα, κάτι σαν να ταράχτηκε στα νερά της Ποίησης που για καιρό είχαν κάπως παραγαληνέψει… κυρίως όσον αφορά στην επικοινωνία των ποιητικών κειμένων με περισσότερους αναγνώστες. Εκδόθηκαν βιβλία, έγιναν παρουσιάσεις, γράφτηκαν κριτικές, εμφανίστηκαν νέα έντυπα για την Ποίηση, οργανώθηκαν εκδηλώσεις, κινητοποιήσεις μερικές φορές… Ναι, κι ύστερα;

Τίθεται το εξής καθοριστικής σημασίας ζήτημα: πέρα από την πρόθεσή του να επικοινωνήσει κανείς, πρέπει να βρει και τον ανάλογο κώδικα να το κάνει. Πρέπει να οργανώσει το κομμάτι εκείνο της γλώσσας που θα τον φέρει στην αντίπερα όχθη. Ή, αν αυτό δεν υπάρχει, να το επινοήσει. Πρέπει, εξάλλου, να καταφέρει να καταστήσει το προσωπικό βίωμα συλλογικό, να αναγάγει το ατομικό συναίσθημα σε καθολική συγκίνηση. Πρέπει την ιδέα –που ομολογουμένως παίζει σπουδαίο ρόλο– να την ενισχύσει με τα μέσα εκείνα που θα την αναδείξουν διαυγή και ατόφια στη συνείδηση του αναγνώστη. Δεν αρκεί να σκέφτεται με δύναμη ο ποιητής, πρέπει και να αισθάνεται με δύναμη συνάμα. Όπως και δεν αρκεί μονάχα να αισθάνεται, πρέπει και να μπορεί το αίσθημά του να το καθυποτάξει σε μια έλλογη (στο μέτρο που μπορεί να είναι) επεξεργασία. Κι όλα αυτά με τελικό στόχο και σηματωρό του την επικοινωνία με τον αναγνώστη.

Αναρωτιέμαι πόσο αυτή η γενιά, η γενιά μου, έχει καταφέρει να επικοινωνήσει πλατιά και γενναία με τους ανθρώπους που διαβάζουν (ή που θα ’θελαν να διαβάσουν) Ποίηση. Έχω την άποψη πως, παρόλο που η Ποίηση δεν πρέπει να “εκβιάζει” την επικοινωνία με πολλούς αναγνώστες, εντούτοις οφείλει να την επιδιώκει ή τουλάχιστον να μην την αρνείται. Και τούτο το καταφέρνει, νομίζω, όταν φτάσει και αγγίξει εκείνη τη λεπτή χορδή που αποτελεί και το πρώτο πρώτο έναυσμα γι’ αυτόν που γράφει Ποίηση: το άδολο συναίσθημα. Δεν ξέρω πόσο η γενιά μου έχει μετατοπίσει το ποιητικό της διακύβευμα  απ’ το μυαλό στην καρδιά κι ακόμα περισσότερο, πόσο έχει καταφέρει από την δική της καρδιά να βγει και να συναντήσει μιαν άλλη… Κι η έξοδος αυτή, μα την αλήθεια, προϋποθέτει γενναιότητα και ευθύνη, πίστη στον εαυτό μας και την ίδια στιγμή παράκαμψή του…

Δε θέλω να πω πως η ποιητική γενιά μου έχει εγκλωβιστεί σε διανοητικά κατασκευάσματα ή σε συναισθηματικές εξάρσεις και πως αγνόησε τον αποδέκτη. Κάθε άλλο. Έχουν γίνει και γίνονται φιλότιμες προσπάθειες να ανοιχτεί το ποιητικό φαινόμενο με σύνεση κι αίσθημα ευθύνης σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Δεν ξέρω όμως, ειλικρινά, όχι μόνο πόσο το έχουμε καταφέρει αλλά, κυρίως, πόσο ανυπόκριτα έχουμε συγκινήσει, πόσο έχουμε κάνει τους άλλους ανθρώπους να ταυτιστούν με το δικό μας συναίσθημα και έτσι να βρουν τις λέξεις να εκφράσουν και το δικό τους. Γιατί κάθε εποχή αναζητά τα λόγια που, ενώ θα προέρχονται μέσα από τον πυρήνα της, θα κατορθώσουν να σταθούν πέρα και έξω απ’ αυτήν για να την εκφράσουν. Αυτό το πρώτο μας χρέος…

Κάθε εποχή γεννά τον δικό της λόγο. Και μαζί και τον λυρισμό της. Εννοώ τον βαθύτερα συγκινησιακό της λόγο. Η εποχή μας έχει χαρακτηριστεί για τον σκληρό και δίχως συναίσθημα λόγο της. Δεν το πιστεύω. Η διαφορά είναι ότι ο σημερινός λόγος, μέσα απ’ τον οποίο θα αναδειχθεί και ο ποιητικός, έχει αλλάξει, έχει μετατοπιστεί με ρυθμούς ταχύτερους απ’ ό,τι συνέβαινε σε άλλες εποχές και ο ποιητής πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να τον παρακολουθήσει. Οφείλουμε να “ακούσουμε” τον νέο λυρικό λόγο που γεννιέται κάθε μέρα από τους νέους ανθρώπους, να τον ξεδιαλέξουμε όπως τα κρυμμένα μικρά κοχύλια μέσα από την άμμο. Και τότε το νέο θα φτάσει να αγγίξει και να συγκινήσει όπως του αξίζει, αφού θα καθρεφτίζει και θα αντηχεί την νέα ζωή στην απόλυτη αλήθεια της.

Πριν από κάποια χρόνια έγραψα: «Αν όλα έχουν ειπωθεί / τότε θα πω πως όλα έχουν ειπωθεί. / Αν πάλι έχει ειπωθεί πως όλα έχουν ειπωθεί, / τότε θα πω πως έχει ειπωθεί  / πως όλα έχουν ειπωθεί». Με το παραδοξολόγημα αυτό (που, οφείλω να ομολογήσω, εξακολουθεί να με συγκινεί και να με εκφράζει) ήθελα να δηλώσω με απλό και σαφή τρόπο πόσο η Ποίηση παραμένει ανεξάντλητη στη συνείδησή μου. Δεν πίστεψα ποτέ πως ζούμε στην εποχή του τέλους της Ποίησης (της τέχνης γενικότερα), αφού δεν τέλειωσε και η ανθρώπινη αναπνοή. Το ζητούμενο είναι να βρούμε, να εξακολουθήσουμε να βρίσκουμε νέους κώδικες για να εκφράζουμε το πάντα ίδιο και απαράλλαχτο. Γιατί η Ποίηση, κι η τέχνη στο σύνολό της, δε θα πάψουν ποτέ να λένε το ίδιο παραμύθι. Μόνο που κάθε φορά οφείλουμε, όσοι το αφηγούμαστε, να το κάνουμε να ακούγεται ολοκαίνουργιο, διαφορετικό.

Kλείνω αυτό το κείμενο σχεδόν όπως το άρχισα. Η Ποίηση λέει το πάντα καινούργιο. Ο ποιητής θα πρέπει να αφήνεται αβίαστα και αβασάνιστα στον καιρό του, να φυτρώνει στο χώμα του τόπου του και να γίνεται ένα πελώριο μάτι, για να βλέπει το καθετί, ένα πελώριο αυτί, για να ακούει τα πάντα κι ένα στόμα ταπεινό, για να εξιστορεί το προαιώνιο παραμύθι του ανθρώπου, ελπίζοντας πως θα το πει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο… Αυτό όμως, όσο κι αν ακούγεται απλό, απαιτεί σκληρή δουλειά αλλά και κάτι ακόμη: να παραδεχτούμε πως το καινούργιο, το διαφορετικό θα φτάσει και θα λάμψει, έτσι κι αλλιώς, όταν το φέρει η ώρα. Κανείς και τίποτα δεν θα μπορέσει να το συγκαλύψει. Μα το καινούργιο μπορεί να είναι το πιο απλό που καθημερινά προσπερνάμε δίχως να το βλέπουμε, αυτό που κείτεται μπρος στα πόδια μας…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: