Η ανάγκη της ποίησης

«Τι χρειάζονται οι ποιητές σε μικρόψυχους καιρούς;». Το ρητορικό ερώτημα του Χέλντερλιν τίθεται συχνά με ρητορικό πάντα τρόπο, αλλά διαφορετική σήμερα πια σημασία. Το ερώτημα για τον κορυφαίο Γερμανό ρομαντικό ποιητή είναι ρητορικό, δεν τίθεται καν θα έλεγε κανείς, διότι όχι απλώς η εγνωσμένη αξία, αλλά η ανάγκη για ποιητές και λογοτέχνες είναι παραπάνω από δεδομένη: «Οι Ποιητές [ωστόσο] σαν τους ιερείς του Βάκχου τους σεβασμίους χρεωστούν να φανερώνονται από Χώρα εις Χώραν, εν μέσω των ιερών νυχτών», μεταφράζει τους αμέσως επόμενους στίχους ο Παπατσώνης.

Γιατί οι ποιητές, όπως είπε ο Γουάλας Στήβενς είναι ιερείς του αόρατου. Μας αποκαλύπτουν την αόρατη, δηλαδή την ιερή φύση των πραγμάτων. Την ύπαρξη, με άλλα λόγια, των ανθρώπινων ορίων η ευκολοκατόρθωτη υπέρβαση των οποίων συνιστά βαριά απαράκαμπτη ύβρη. Διασάλευση της τάξης του κόσμου με οδυνηρές, αν όχι ολέθριες συνέπειες για τον υβριστή. Η αναγνώριση της ιερότητας των πραγμάτων είναι σε ένα πρώτο επίπεδο αναγνώριση της άφατης υπεροχής τους. Είναι η αίσθηση του αρχέγονου δέους ενώπιον της αστραπής, του σεισμού και της πλημμύρας. «Τὰ δὲ πάντα οἰακίζει Κεραυνός», έλεγε ο Ηράκλειτος.

Ο ποιητής είναι η αλογόμυγα που μας υπενθυμίζει διαρκώς τη θνητότητά μας. Τη μηδαμινότητά μας απέναντι στο γεγονός του θανάτου, αλλά και της ίδιας της ύπαρξης. Εν ολίγοις ότι με το έτσι θέλω ή με το έτσι γουστάρω δεν μπορούμε να πάμε μακριά. Η αναγωγή των πάντων στο πεδίο της ισχύος οδηγεί τάχιστα και με μαθηματική ακρίβεια στην έκρηξη της βίας· στον πόλεμο όλων εναντίον όλων, για τον οποίο έκανε λόγο ο Χομπς.

Η αναγνώριση της ιερότητας του άλλου είναι αναγνώριση του γεγονότος ότι η επιδίωξη της απόλυτης – ενίοτε μέχρι εξοντώσεως – κατίσχυσης επί του Άλλου δεν γίνεται δίχως συνέπειες. Σέβομαι τον άλλο, την ύπαρξή του γιατί στο πρόσωπό του αναγνωρίζω την ιερότητα, δηλαδή τον τρομερό γεγονός της ζωής. Ότι δηλαδή η ύπαρξη είναι πάντοτε συνύπαρξη, ότι ο άνθρωπος είναι ζώο πολιτικό, όπως έλεγε ο Αριστοτέλης που έχει ανάγκη την κοινωνία με τους άλλους.

Η αντίρρηση έρχεται εύκολα στα χείλη. Στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα ή ακόμα και στο κέντρο της πρωτεύουσας της χώρας η ανηλεής καθημερινότητα αποδεικνύει την μηδαμινή αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο άνθρωπος δε φτουράει περισσότερο από ένα οποιοδήποτε χαρτονόμισμα ή μια μπουκιά ψωμί. Τόσοι άνθρωποι μακελεύονται καθημερινά για ένα τίποτα στα πέρατα της υφηλίου χωρίς να διασαλεύεται καμία απολύτως τάξη, χωρίς να αλλάζει το παραμικρό. Δεν κουνιέται, πραγματικά, φύλλο. Κάθε όμως φόνος μας βυθίζει λίγο περισσότερο στην απανθρωπία, στην κτηνωδία και στον ζόφο. Μας φέρνει ένα βήμα εγγύτερα στον Κουρτς του Κόνραντ και στην αποτρόπαια υλακή του: «Η φρίκη, η φρίκη!».

Η καλλιέργεια της αίσθησης του ιερού είναι καλλιέργεια της ανθρωπιάς. Όσο και όσοι άνθρωποι παραμένουν άνθρωποι θα συγκλονίζονται από την ύβρη της ανθρώπινης θηριωδίας. Τη μέρα που δεν θα συγκλονίζεται πλέον κανείς η αντίστροφή μέτρηση για τον αφανισμό του ανθρώπινου είδους θα έχει οπωσδήποτε αρχίσει.

Στην πιο απτή και άμεση σε σχέση με την τρέχουσα καθημερινότητα μορφή της η ανάγκη των ποιητών ή άλλως πως η χρεία της λογοτεχνίας έγκειται στο ότι μας υπενθυμίζει πως η αλαζονεία της εξουσίας, η υποτίμηση και η βάναυση εκμετάλλευση του λαού συνιστά τρομερή ύβρη. Με απρόβλεπτες, αλλά εξασφαλισμένες συνέπειες…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: