Keep out

Πάνω από το κεφάλι μου μένει μια οικογένεια πιάνων. Όχι, δεν έχω  παραισθήσεις. Δεν είπα μέσα. Πάνω βαρούν τα όργανα, πάνω βαρούν τα ντέφια. Καθόλου δεν θέλω να υποτιμήσω τον Μπαχ και τις σονατίνες του αλλά από ένα σημείο και μετά it’s all about noise. Κι εγώ φιλόμουση είμαι, μη μου ανησυχείς. Αλλά νά, πώς να στο πω να το καταλάβεις. Όταν μένεις κάτω από ωδείο, είναι φορές που κλείνεις τα αυτιά, χώνεσαι στα μαξιλάρια και βλέπεις τον εαυτό σου να κολλάει αυγοθήκες σε ταβάνια, τοίχους, ακόμα και σε πατώματα.

Ντο, ρε, μι, φα φα φα! Ξέρεις πόσες φορές τα παιδάκια κολλάνε στο φα; Μετέωρες να αφήνουν τις κλίμακες. Κατεβάζουν τα δαχτυλάκια τους κι εκεί που λες ότι τα παράτησαν, ξανακοπανάνε με ακόμη μεγαλύτερη επιμονή. Είπαμε, τα παιδιά δεν το βάζουν εύκολα κάτω. Κι ας υπάρχουν γύρω από το όργανο φωτογραφίες όλων των κλασικών. Μότζαρτ, Σοπέν, Ντεμπυσί, Μάλερ,  Μπιζέ,  Τσαϊκόφσκι και λοιπή συμμορία σε ασπρόμαυρα αυστηρά κάδρα. Τα παιδιά κάνουν πως δεν τα βλέπουν. Καμιά φορά όμως παίρνω όρκο πως γι’ αυτό χτυπάνε τα πλήκτρα τόσο πολύ. Έτσι συμβαίνει με τους σπουδαίους. Εμπνευστές και φταίχτες μαζί.

Εγώ πάντως δεν φταίω που στο ροζ βαλσάκι που παλεύουν να παίξουν απαντώ με τέρμα Prodigy. Καλά κατάλαβες. Όταν με πιάνει κέφι και όχι απελπισία, κάνουμε μουσικό διάλογο. Moonlight αυτά, Moonspell εγώ. Βρες μου εσύ μια καλύτερη απάντηση στη μουσική του σεληνόφωτος και θα παίξω το δικό σου track. Η διεύθυνση του ωδείου μού χτυπάει αλύπητα το κουδούνι. Έχω τη μουσική πολύ δυνατά για να ακούσω.

Υπάρχουν και κοινοί τόποι. Yann Tiersen, Erik Satie είναι οι αγαπημένοι μας. Σβήνω κάθε οικιακό ήχο, κάθομαι στην πολυθρόνα και ακούω το αόρατο ρεσιτάλ. Καμιά φορά, τα χέρια μου ενώνονται σε χειροκρότημα. Η συγκίνηση δεν καταλαβαίνει από τσιμέντα. Ανεβοκατεβαίνει σιωπηλά τους ορόφους. Καμιά φορά, τα χέρια μου σκουπίζουν τα δάκρυα. Ρέκβιεμ για ένα όνειρο. Εφηβικά χέρια θ’ αγγίζουν τα πλήκτρα. Εφηβικά χέρια αγγίζουν τη ζωή.

Όταν νυχτώνει, τα μαύρα πιάνα πέφτουν στους λευκούς τους ύπνους. Απόψε ξημερώνει ισημερία. Σκέφτομαι πως μπαίνει επίσημα το καλοκαίρι κι εγώ πάλι δεν ξέρω πού θα το περάσω. Απόψε ξημερώνει ευρωπαϊκή μέρα μουσικής. Σκέφτομαι πως στα stage της πόλης θα γίνεται της τρελής κι εγώ πάλι δεν θα ξέρω σε ποια πλατεία να αράξω. Και αμέσως παύω να σκέφτομαι γιατί ακούω. Κοιτάζω το ρολόι που δείχνει τρεις το πρωί και ακούω το από πάνω πιάνο, το πιο μικρό και ατίθασο της οικογένειας να παίζει μια πένθιμη μελωδία. Πάντα είχα την υποψία ότι θα πέθαινα μετά μουσικής αλλά ήθελα εγώ να διάλεγα το κομμάτι. Κι αυτό δεν το είχα ξανακούσει.

Καλοκαιρινές διακοπές και σχέδια πόλης ναυάγησαν στο διαμέρισμα γιατί πείστηκα πως ο θρασύς κλέφτης θα ανεβοκατέβει τους ορόφους, θα με βρει και θα με κάνει κομματάκια. Οι νότες πέφταν βαριές, τσεκούρια στο λαιμό μου. Το σπίτι σταμάτησε να παρέχει ασφάλεια. Καλά να πάθω που σαπίζω εδώ μέσα αντί να γυρνάω στις βόλτες. Τα έβαλα με τον εαυτό μου ενώ κάποιος θα έπρεπε να τα βάλει με τον εισβολέα. Κρίση πανικού. Ποιον ξυπνάς τέτοιες ώρες; Το κλαβιέ απέκτησε δυο ζευγάρια χέρια. Η προκλητική νυχτερινή μουσική δυνάμωσε. Ποιον ξυπνάς τέτοιες ώρες; Τους πάντες!

Πήρα τηλέφωνο τον μπαμπά που όχι δεν κατέβηκε με το μπαστούνι του μπέιζμπολ αλλά με την κατσούνα του παππού. Ξέχασα να σου πω πως το ωδείο είναι δικό του. Αυτός μπροστά με όρθια μαλλιά ύπνου, γενναίος. Κι εγώ πίσω του και δειλά με την καρδιά στα χέρια. Έβαλε το το κλειδί στην πόρτα-είπαμε γενναίος-και άνοιξε το φως. Η μουσική δεν σταμάτησε. «Τους πιάσαμε στα πράσα» είπα μέσα μου κι ηρέμησα. Ο μπαμπάς είχε μείνει με την κατσούνα στον αέρα. Έκανα πέρα την πόρτα να δω κι εγώ μα σήκωσα τα χέρια ψηλά.

Δυο αυλικές γάτες είχαν καθίσει ωραία ωραία πάνω στο πιάνο και έπαιζαν τα δικά τους. Καθόλου δεν πτοήθηκαν από την ξαφνική μας παρουσία γιατί συνέχισαν κυρίες και εντός ρυθμού να ανεβοκατεβαίνουν λευκά και μαύρα πλήκτρα με τη μαεστρία της εξοικείωσης. Η μαμά είχε ξεχάσει ανοιχτή τη μπαλκονόπορτα, τι πρωτότυπο. Και οι γάτες μπουχτισμένες κι αυτές από τα πιτσιρίκια, είχαν αναλάβει το νυχτερινό πρόγραμμα.

Ο μπαμπάς καληνύχτισε νωρίς ανακουφισμένος και άφησε εμένα να βγάλω τα ζωντανά από το ωδείο. Έριξα τα καντήλια μου και στις υπόλοιπες συνένοχες αυλικές και ένεκα υπερέντασης και φόβου, πέρασα τη νύχτα σφραγίζοντας μπαλκόνια κι εισόδους με μονωτικές ταινίες keep out. Το επόμενο πρωί οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας μού έδωσαν ψήφο εμπιστοσύνης. Το ωδείο θα παρέμενε κλειστό, επτασφράγιστο τουλάχιστον για το καλοκαίρι. Η είσοδος θα απαγορεύονταν αυστηρά σε γάτες και μαθητές. Οι μέρες όλων μας είχαν ανάγκη από σιωπή.

Advertisements

One thought on “Keep out

  1. Είναι μερικές μέρες που δεν αντέχεις ούτε τις σκέψεις σου, πόσω μάλλον τη «φασαρία» της μουσικής… γιατί οι μέρες όλων μας έχουν ανάγκη από σιωπή.
    Μ’ αρέσεις, Στέργια. Πολύ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: