Ο Θείος Τάκης με διάλεξε ένα καλοκαιριάτικο πρωινό

Ο Θείος Τάκης ζούσε στο πατρικό μου πολλά χρόνια αλλά δεν τον είχα προσέξει. Ζούσε συγκεκριμένα από τις 23 Ιουνίου του 2005, όπως φανερώνουν τα γράμματα με ξεθωριασμένο μολύβι στην πρώτη σελίδα. Όταν μετά από τέσσερα-πέντε χρόνια αντιλήφθηκα την παρουσία του, πλάι στα υπόλοιπα παιδιά του Γιάννη Ξανθούλη, που κάθονταν παραταγμένα, καλοχτενισμένα και ήσυχα στην εφηβική μου βιβλιοθήκη, αποφάσισα να τον πάρω μαζί μου. Τον έκλεισα, λοιπόν, σε μια βαλίτσα παραγεμισμένη με φουστάνια και τον έφερα στην Αθήνα, στα λημέρια του. Περίπου δηλαδή, γιατί εγώ βρέθηκα στο Θησείο και όχι στην παλιά του γειτονιά, στην Ασκληπιού. Αλλά εκείνος δεν είχε πρόβλημα γιατί από το Θησείο μπορούσε το 1951 να πάρει τη γραμμή 16 και να ανέβει προς το Τέρμα Ιπποκράτους, να γυρίσει στο σπίτι της Ασκληπιού ή να κατηφορίσει μια βόλτα προς τη Μαυρομματαίων και να περιμένει στα σκοτάδια μήπως δει την Καίτη.

Προς το παρόν, δεν θα πήγαινε πουθενά. Ήθελε να ανακαλύψει τα σφυρίγματα του νέου μας σπιτιού στην Ηρακλειδών. Έμεινε κάπως πατικωμένος και στριμωγμένος ανάμεσα στους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς, στο τρίτο ράφι από πάνω αλλά δεν τον πείραζε. Μοιραζόταν τα μυστικά του με του υπόλοιπους ήρωες του βιβλίου, την Αρετή-Τέτη, τη Μάρθα, τον μικρό Τάκη. Με τον καιρό, το στρίμωγμα έγινε ασφυκτικό μέσα σε 420 σελίδες και ανάμεσα σε πόσες άλλες, σε μαλακά εξώφυλλα και βιβλιοστάτες, που άφηναν να αναδυθεί ελάχιστο απ’το φως που έβγαζε αυτός ο λαμπερός ήρωας. Γιατί, δεν ξέρω αν σας το ‘πα, ο θείος Τάκης είναι ένας ήρωας χολιγουντιανός. Ένας Τζέιμς Ντιν της Αθήνας, σφύζων από ζωή, σφυριχτής τζαζ μελωδιών, σφαδάζων από πόθο.

Η γνωριμία μας έγινε πριν λίγες μέρες, σ’ένα νέο σπίτι, κοντά σ’αυτό της αγαπημένης του. Τόσον καιρό όλο έκανα να τον τραβήξω απ’το χέρι κι όλο διάλεγα κάποιον άλλον. Ώσπου ένα χλιαρό πρωινό του Ιουνίου, ο αυθάδης φαντάρος με διάλεξε αυτός. «Τώρα», μου είπε και από τότε δεν μπορώ να τον βγάλω από το μυαλό μου. Κι έτσι τον ξεστρίμωξα, άνοιξα τις σελίδες που τον έπνιγαν και τυλφώθηκα από τη λάμψη του. Πλέον η υποψία μου είχε επιβεβαιωθεί: Τα βιβλία διαλέγουν μόνα τους τη στιγμή που θα διαβαστούν. Είναι η στιγμή που θα σε αφήσουν να αναζητήσεις τις απαντήσεις που έψαχνες.

Σήμερα ο θείος Τάκης μου ‘δωσε την απάντηση που έψαχνα πριν μια εβδομάδα, περιμένοντας σε μια ατελείωτη ουρά γερόντων στο ταχυδρομείο. Η ερώτηση ήταν πόσοι άραγε απ’όσους είναι σήμερα στα πρόθυρα του θανάτου, κάποτε ταλανίζονταν από πάθη, απογοητεύονταν και ταπεινώνονταν, μάλωναν και φίλιωναν; Ο θείος Τάκης με πήγε μια βόλτα στις γειτονιές της Αθήνας για να δω πόσο αλλιώτικα είναι όλα όταν πεθαίνουν, πάνω που ήμουν σίγουρη ότι δεν είχα πια τίποτα να δω σ’αυτή την πόλη. Ο θείος Τάκης μού σφύριξε τις αιώνιες αλήθειες της ζωής και μου ψιθύρισε ότι η πόρτα που οδηγεί στον άλλο κόσμο είναι πάντα μισάνοιχτη, ώστε να μπαινοβγαίνουν άνθρωποι και ποντίκια, Κατίγκες και Καίτες, ξεραμένα φύλλα συκιάς και στάχτες από τσιγάρα, πόλεις που τη μια άνοιξη πεθαίνουν και την επόμενη ανασταίνονται, μυστικά και ψέματα, πολλά μυστικά και πολλά ψέματα. Ο θείος Τάκης, στέκεται πλάι σ’αυτήν την πόρτα. Την κρατάει ανοιχτή με το ένα χέρι. Με το άλλο κρατάει το δίκοχο και γνέφει. Την επόμενη στιγμή, ανεβαίνει στο πλοίο του, το «Skylark», και φεύγει. Από δω και μπρος, όμως, και για μια ζωή θα είναι πάντα δίπλα μου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: