Hotel Pindaros

Στη γωνία Σοφοκλέους και Αθηνάς ένα μαγαζί πουλάει ζώα. Πουλάει χρωματιστά γλιστερά ψάρια, ξεθωριασμένα καναρίνια, πολύχρωμους παπαγάλους –πρώην περήφανους νυν στραπατσαρισμένους- στριμωγμένους σε λευκά κλουβιά, ακούραστους σκιούρους που γραπώνονται στα κάγκελα, κατατονικές γάτες που κοιμούνται ολημερίς και σκυλιά με μάτια πιο θλιμμένα απ’όσο έχουν συνηθως τα σκυλιά.

Πάνω απ’ τα φυλακισμένα ζώα, σ’ ένα στενό, ετοιμόρροπο μπαλκόνι στέκεται μια μελαχρινή -πρώην περήφανη νυν στραπατσαρισμένη- πόρνη των τριάντα ευρώ αλλά όχι των τριάντα ετών, με ξεχειλωμένο νυχτικό και αχτένιστα μαλλιά. Είναι ένα ακόμα εκκωφαντικό πρωινό και η θέα της παραμένει ίδια, όπως κάθε μέρα που σέρνει τα βήματά της στα σκαλιά του Hotel Pindaros και ανεβαίνει στο βρώμικο δωμάτιο. Ένας ακόμα σιχαμένος έχει φύγει. Αλλά ποια είναι αυτή που θα τον πει σιχαμένο; Μήπως δεν είναι η ίδια ακόμα πιο σιχαμένη, συλλογιέται κι αφήνει το βλέμμα της να ταξιδέψει απέναντι, να φύγει να χαθεί, να νιώσει ζωντανή, να νιώσει άνθρωπος.

Σκαλώνει στην αγορά με τις plasma τηλεοράσεις και τα σταμπαρισμένα χοιρινά, τα καταστήματα με τα κουτιά τις καραμέλες, τα τυριά, τα λουκάνικα, τα σακιά με τα μπαχαρικά. Βλέπει τις γυάλες με τα ζαχαρωτά, τους πάγκους με τα αποξηραμένα φρούτα, τα σφαχτάρια που κρέμονται απ’τα τσιγκέλια τους, τις τηλεοράσεις πίσω να λούζουν τα σάπια κρέατα στη σάπια λάμψη τους και τους ανθρώπους να στριμώχνονται και να σπρώχνονται για το καλύτερο μπούτι και το καλύτερο στήθος. Κρεαταγορά. Φέρνει το βλέμμα πιο κοντά και βλέπει τα λεωφορεία να στριμώχνονται στην Αθηνάς πλάι σε αυτοκίνητα και ταξί, μηχανάκια να περνάνε σφήνες σαν μυγαράκια. Οι άνθρωποι στριμώχνονται κι αυτοί μες στα λεωφορεία. Εγκλωβισμένοι. Κοιτάζει τα κάγκελα και νιώθει άνθρωπος και ζώο μαζί. Σφαχτάρι. Το καλύτερο μπούτι και στήθος. Εγκλωβισμένη. Σε μια φυλακή δίχως ίχνος λυρισμού, μια φυλακή που δεν κατεδάφισε κανένας κατακτητής, μια φυλακή που μυρίζει μούχλα. Και τι δε θα ‘δινε να μπορούσε να φύγει από ‘δω, να ταξιδέψει, να πετάξει μακριά από το βρώμικο δωμάτιο, να ανήκει μόνο στον εαυτό της. Ελεύθερη, σαν πουλί.

Γυρίζει στο πλάι και αγγίζει με τα δάχτυλά της ένα κλουβάκι που κρέμεται στον τοίχο. Μέσα του πηγαινοέρχεται από πλαστικό κλαδί σε πλαστικό κλαδί ένα καναρίνι, ξεθωριασμένο σαν κι εκείνα που πουλάει ο μαγαζάτορας από κάτω. Εκείνος τής το έκανε δώρο γιατί ήταν άρρωστο και πέθαινε, είπε, δεν μπορούσε να το πουλήσει, σε κάνα δυο ‘βδομάδες θα τεζάριζε. Κι εκείνη, που είχε κολλήσει τα χείλια της στο κλουβί και του σφύριζε, το πήρε. Θα ‘χουν περάσει έξι μήνες από τότε και το καναρίνι, ο Τζιτζίκος, δεν πέθανε. Ζει ακόμα, έστω κι άρρωστος, έστω και φυλακισμένος. Του αρκεί που βρήκε έναν μόνο άνθρωπο να τον προσέξει μες στη φυλακή του. Ακούγεται ένα ξερό χτύπημα στην πόρτα. Κλείνει τα δυο της μάτια στον Τζιτζίκο και μπαίνει μέσα. Νιώθει ζώο, ζώο σε κλουβί κι αυτή, γλιστερό, ξεθωριασμένο, στραπατσαρισμένο, ακούραστο, κατατονικό, θλιμμένο. Ζώο.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

Αρέσει σε %d bloggers: