Πού (με) πάει η Ποίηση; [ή Τα Καινούργια Ρούχα του Αυτοκράτορα]

Είναι αλήθεια πως το πιο συναρπαστικό στην Ποίηση είναι το πάντα καινούργιο. Η Ποίηση ανοίγει νέους δρόμους στη γλώσσα, στην έκφραση, στη σκέψη, στη ζωή. Ανατρέπει, γεννά, συγκλονίζει. Αναρωτιέμαι, όμως, μήπως η προσήλωση στο καινούργιο και το νεωτεριστικό κάποιες φορές μάς εγκλωβίζει και μας εμποδίζει να το αγγίξουμε. Γιατί το καινούργιο πρέπει να είναι μια αμετάκλητη εσωτερική ανάγκη, μια απρόβλεπτη έκρηξη, κι όχι απλά μια εγκεφαλική επινόηση, πολύ περισσότερο δεν πρέπει να είναι μόνο μια προγραμματική επιδίωξη.

Αν κάτι στέρεο έφερε, νομίζω, ο μετα-μοντερνισμός (ή τουλάχιστον ο μετα-μοντερνισμός όπως εγώ τον αντιλαμβάνομαι) είναι η απελευθέρωση όχι μόνο από τη φόρμα (όπως κατάφερε ο μοντερνισμός) αλλά και από τη “μη φόρμα”. Θέλω να πω πως πλέον ο ποιητής αισθάνεται –μπορεί κι οφείλει να αισθάνεται– απόλυτη ελευθερία να κρατήσει ή να απορρίψει. Να θαυμάσει ή να ψέξει. Να κάνει βήματα εμπρός ή βήματα πίσω· πάντως να κάνει βήματα…

Γράφοντας Ποίηση στους καιρούς μας αισθάνομαι όλο και πιο πολύ την ελευθερία αυτή να γίνεται δεύτερο δέρμα μου. Αισθάνομαι να κολυμπάω σε νερά διαυγή και απύθμενα. Κάνω απλωτές και γύρω μου, ολοστρόγγυλος σα δαχτυλίδι, ανοίγεται ο ορίζοντας. Πουθενά στεριά. Κι αυτό μού δίνει την αίσθηση του απείρου, ενώ την ίδια στιγμή μού προκαλεί το δέος του αγνώστου. Δεν υπάρχουν “πρέπει” μα δεν υπάρχουν και “δεν πρέπει”. Είσαι εσύ και αυτό. Είναι αυτό και εσύ. Ώσπου στο τέλος εσύ είσαι αυτό κι αυτό είσαι εσύ.

Τόσο απλά αντιλαμβάνομαι γιατί εξακολουθεί (γιατί θα εξακολουθεί) να έχει νόημα το να γράφει κανείς Ποίηση. Για να μην μπορεί να προβλέψει καν τι θα του συμβεί. Να μην μπορεί παρά να φαντάζεται μιαν ακτή και να την πλάθει ο ίδιος με το μυαλό του. Κι η ακτή να μη διακρίνεται ποτέ. Γιατί η Ποίηση είναι η κολύμβηση. Κι ο ποιητής δεν πρέπει να ξέρει αν θα πνιγεί ή αν θα σωθεί. Φτάνει μόνο να μπορεί να χαίρεται τό διττό αυτό αίσθημα…

Επειδή όμως η Ποίηση είναι πρωτίστως επικοινωνία, είναι το άνοιγμα του “εγώ” στο “εσύ” με τρόπο που να δίνει και στους δυο την ίδια –όχι σε ποιότητα αλλά σε ένταση– συγκίνηση, πρέπει κάθε “ποιητική γενιά” να αναλογίζεται και το ζήτημα του ανοίγματός της στους αναγνώστες.

Η τελευταία ποιητική γενιά που κατάφερε να επικοινωνήσει γενναία και πλατιά με τον αναγνώστη ήταν, νομίζω, η “γενιά του ’70” (ίσως να το ευνόησαν αυτό οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, ίσως και να το επέβαλαν, σκέφτομαι καμιά φορά). Ακολούθησαν οι “γενιές του ’80 και του ’90” που, κατά γενική ομολογία, προσανατολίστηκαν σε περισσότερο αυτοαναφορικά κείμενα, στράφηκαν στο “εγώ” και ανέδειξαν την εσωτερικότητα σε πρώτιστη αρχή, με το ανάλογο βέβαια κόστος στην επικοινωνία που είχαν τα κείμενα με το κοινό τους. Επικράτησε μια στροφή στην πεζογραφία (πολλοί από τους ποιητές που ξεκίνησαν στις δεκαετίες εκείνες με ποιητικό λόγο, συνέχισαν με πεζογραφικά κείμενα). Κι ύστερα;

Ύστερα ακολούθησε η δική μου ποιητική γενιά, η “γενιά του 2000”. Κάτι καινούργιο, λένε, φάνηκε στον ορίζοντα, κάτι σαν να ταράχτηκε στα νερά της Ποίησης που για καιρό είχαν κάπως παραγαληνέψει… κυρίως όσον αφορά στην επικοινωνία των ποιητικών κειμένων με περισσότερους αναγνώστες. Εκδόθηκαν βιβλία, έγιναν παρουσιάσεις, γράφτηκαν κριτικές, εμφανίστηκαν νέα έντυπα για την Ποίηση, οργανώθηκαν εκδηλώσεις, κινητοποιήσεις μερικές φορές… Ναι, κι ύστερα;

Τίθεται το εξής καθοριστικής σημασίας ζήτημα: πέρα από την πρόθεσή του να επικοινωνήσει κανείς, πρέπει να βρει και τον ανάλογο κώδικα να το κάνει. Πρέπει να οργανώσει το κομμάτι εκείνο της γλώσσας που θα τον φέρει στην αντίπερα όχθη. Ή, αν αυτό δεν υπάρχει, να το επινοήσει. Πρέπει, εξάλλου, να καταφέρει να καταστήσει το προσωπικό βίωμα συλλογικό, να αναγάγει το ατομικό συναίσθημα σε καθολική συγκίνηση. Πρέπει την ιδέα –που ομολογουμένως παίζει σπουδαίο ρόλο– να την ενισχύσει με τα μέσα εκείνα που θα την αναδείξουν διαυγή και ατόφια στη συνείδηση του αναγνώστη. Δεν αρκεί να σκέφτεται με δύναμη ο ποιητής, πρέπει και να αισθάνεται με δύναμη συνάμα. Όπως και δεν αρκεί μονάχα να αισθάνεται, πρέπει και να μπορεί το αίσθημά του να το καθυποτάξει σε μια έλλογη (στο μέτρο που μπορεί να είναι) επεξεργασία. Κι όλα αυτά με τελικό στόχο και σηματωρό του την επικοινωνία με τον αναγνώστη.

Αναρωτιέμαι πόσο αυτή η γενιά, η γενιά μου, έχει καταφέρει να επικοινωνήσει πλατιά και γενναία με τους ανθρώπους που διαβάζουν (ή που θα ’θελαν να διαβάσουν) Ποίηση. Έχω την άποψη πως, παρόλο που η Ποίηση δεν πρέπει να “εκβιάζει” την επικοινωνία με πολλούς αναγνώστες, εντούτοις οφείλει να την επιδιώκει ή τουλάχιστον να μην την αρνείται. Και τούτο το καταφέρνει, νομίζω, όταν φτάσει και αγγίξει εκείνη τη λεπτή χορδή που αποτελεί και το πρώτο πρώτο έναυσμα γι’ αυτόν που γράφει Ποίηση: το άδολο συναίσθημα. Δεν ξέρω πόσο η γενιά μου έχει μετατοπίσει το ποιητικό της διακύβευμα  απ’ το μυαλό στην καρδιά κι ακόμα περισσότερο, πόσο έχει καταφέρει από την δική της καρδιά να βγει και να συναντήσει μιαν άλλη… Κι η έξοδος αυτή, μα την αλήθεια, προϋποθέτει γενναιότητα και ευθύνη, πίστη στον εαυτό μας και την ίδια στιγμή παράκαμψή του…

Δε θέλω να πω πως η ποιητική γενιά μου έχει εγκλωβιστεί σε διανοητικά κατασκευάσματα ή σε συναισθηματικές εξάρσεις και πως αγνόησε τον αποδέκτη. Κάθε άλλο. Έχουν γίνει και γίνονται φιλότιμες προσπάθειες να ανοιχτεί το ποιητικό φαινόμενο με σύνεση κι αίσθημα ευθύνης σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Δεν ξέρω όμως, ειλικρινά, όχι μόνο πόσο το έχουμε καταφέρει αλλά, κυρίως, πόσο ανυπόκριτα έχουμε συγκινήσει, πόσο έχουμε κάνει τους άλλους ανθρώπους να ταυτιστούν με το δικό μας συναίσθημα και έτσι να βρουν τις λέξεις να εκφράσουν και το δικό τους. Γιατί κάθε εποχή αναζητά τα λόγια που, ενώ θα προέρχονται μέσα από τον πυρήνα της, θα κατορθώσουν να σταθούν πέρα και έξω απ’ αυτήν για να την εκφράσουν. Αυτό το πρώτο μας χρέος…

Κάθε εποχή γεννά τον δικό της λόγο. Και μαζί και τον λυρισμό της. Εννοώ τον βαθύτερα συγκινησιακό της λόγο. Η εποχή μας έχει χαρακτηριστεί για τον σκληρό και δίχως συναίσθημα λόγο της. Δεν το πιστεύω. Η διαφορά είναι ότι ο σημερινός λόγος, μέσα απ’ τον οποίο θα αναδειχθεί και ο ποιητικός, έχει αλλάξει, έχει μετατοπιστεί με ρυθμούς ταχύτερους απ’ ό,τι συνέβαινε σε άλλες εποχές και ο ποιητής πρέπει να καταβάλει μεγαλύτερη προσπάθεια για να τον παρακολουθήσει. Οφείλουμε να “ακούσουμε” τον νέο λυρικό λόγο που γεννιέται κάθε μέρα από τους νέους ανθρώπους, να τον ξεδιαλέξουμε όπως τα κρυμμένα μικρά κοχύλια μέσα από την άμμο. Και τότε το νέο θα φτάσει να αγγίξει και να συγκινήσει όπως του αξίζει, αφού θα καθρεφτίζει και θα αντηχεί την νέα ζωή στην απόλυτη αλήθεια της.

Πριν από κάποια χρόνια έγραψα: «Αν όλα έχουν ειπωθεί / τότε θα πω πως όλα έχουν ειπωθεί. / Αν πάλι έχει ειπωθεί πως όλα έχουν ειπωθεί, / τότε θα πω πως έχει ειπωθεί  / πως όλα έχουν ειπωθεί». Με το παραδοξολόγημα αυτό (που, οφείλω να ομολογήσω, εξακολουθεί να με συγκινεί και να με εκφράζει) ήθελα να δηλώσω με απλό και σαφή τρόπο πόσο η Ποίηση παραμένει ανεξάντλητη στη συνείδησή μου. Δεν πίστεψα ποτέ πως ζούμε στην εποχή του τέλους της Ποίησης (της τέχνης γενικότερα), αφού δεν τέλειωσε και η ανθρώπινη αναπνοή. Το ζητούμενο είναι να βρούμε, να εξακολουθήσουμε να βρίσκουμε νέους κώδικες για να εκφράζουμε το πάντα ίδιο και απαράλλαχτο. Γιατί η Ποίηση, κι η τέχνη στο σύνολό της, δε θα πάψουν ποτέ να λένε το ίδιο παραμύθι. Μόνο που κάθε φορά οφείλουμε, όσοι το αφηγούμαστε, να το κάνουμε να ακούγεται ολοκαίνουργιο, διαφορετικό.

Kλείνω αυτό το κείμενο σχεδόν όπως το άρχισα. Η Ποίηση λέει το πάντα καινούργιο. Ο ποιητής θα πρέπει να αφήνεται αβίαστα και αβασάνιστα στον καιρό του, να φυτρώνει στο χώμα του τόπου του και να γίνεται ένα πελώριο μάτι, για να βλέπει το καθετί, ένα πελώριο αυτί, για να ακούει τα πάντα κι ένα στόμα ταπεινό, για να εξιστορεί το προαιώνιο παραμύθι του ανθρώπου, ελπίζοντας πως θα το πει με τον δικό του, μοναδικό τρόπο… Αυτό όμως, όσο κι αν ακούγεται απλό, απαιτεί σκληρή δουλειά αλλά και κάτι ακόμη: να παραδεχτούμε πως το καινούργιο, το διαφορετικό θα φτάσει και θα λάμψει, έτσι κι αλλιώς, όταν το φέρει η ώρα. Κανείς και τίποτα δεν θα μπορέσει να το συγκαλύψει. Μα το καινούργιο μπορεί να είναι το πιο απλό που καθημερινά προσπερνάμε δίχως να το βλέπουμε, αυτό που κείτεται μπρος στα πόδια μας…

 

Επτά ποιήματα για μιαν αγάπη

 (από την ανέκδοτη συλλογή «Πάνω στο Σώμα σου»)

ΣΗΜΕΙΑ

Το σώμα μου περισπωμένη πάνω στο δικό σου
Τα χέρια σου παρένθεση στο χώρο
Κι η ανάσα μας ένα θαυμαστικό.
Θέλω να διαρκέσει, σβήσε την τελεία
Ή μάλλον βάλε κι άλλες δυο,
Ν’ αποσιωπήσουν τον παράδεισό μου.

ΔΕΝ ΤΗΝ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ, ΑΓΑΠΗ
(σονέτο για μιαν αγάπη)

Δεν την πιστεύεις την αγάπη μου, αγάπη,
Κι είναι νωρίς, μου λες, για τέτοια λόγια
Άλλα όμως είναι της καρδιάς μου τα ρολόγια
Και δε θα βάλουνε τη λογική σατράπη

Έρχονται τόσα λόγια και πάντα τα πνίγω
Μήπως μου πεις πως λέω υπερβολές
Κάνω να μοιάζουν με μικρές βολές
Κι έτσι φαντάζει το πολύ να είναι λίγο

Θα ’ρθει μια μέρα που επιτέλους θα πιστέψεις
Όσες σου ζωγραφίζω λέξεις στο χαρτί
Τα λόγια μου δεν θα μπορείς να λιγοστέψεις

Θα κάνω τότε με τα σύννεφα γιορτή
Απ’ τα τραγούδια μου δε θα νηστέψεις
Και θ’ ανασταίνονται οι πόνοι μου οι φθαρτοί.

ΣΦΙΧΤΑ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟΙ

Όλα περνούν τίποτα σταθερό δε μένει
Κι αν είμαστε σ’ άγρια μοίρα εμείς δεμένοι
Σαν ξένοι απ’ την απόσταση, σα ρημαγμένοι
Είμαστε όμως εμείς σφιχτά ερωτευμένοι.

Κι αν είναι ακόμα η θάλασσα για μας θλιμμένη
Πολύς δε θα ’ναι ο καιρός που απομένει
Θα ’ρθει, στ’ ορκίζομαι, η στιγμή που ’ναι κρυμμένη
Να ’μαστε, αγάπη μου, σφιχτά ερωτευμένοι.

Όποιος θα πει τίποτα δεν καταλαβαίνει
Πως είναι αδιέξοδο και πουθενά δε βγαίνει
Δεν αγαπάει, μικρό μου, εκείνος δεν πεθαίνει,
Όπως εγώ κι εσύ, σφιχτά ερωτευμένοι.

Δεν έχει ανάσα την ανάσα να γλυκαίνει
Ξύπνιος τα όνειρα δεν ξέρει ν’ ανασταίνει.

Κι αν πρέπει μόνοι ν’ απομείνουμε χαμένοι
Θα ’μαστε εγώ κι εσύ σφιχτά ερωτευμένοι.

ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕΣ

Θυμάμαι τα φιλιά που δε μου έδωσες
Τα χάδια που ποτέ δεν έχω πάρει
Ας φίλαγα τα χέρια σου, τις μέδουσες
Μακάρι…

Θυμάμαι το κορμί σου που δεν άγγιξα
Τα μάτια, τους απόκρημνους βυθούς σου
Και τους κλειστούς που μύρισα και άνοιξα
Ανθούς σου…

ΘΑ ΒΡΩ ΜΙΑ ΓΛΩΣΣΑ

Θα βρω μια γλώσσα να μιλάει με σιωπή
Έτσι μπορεί ν’ αντέξω όσα δε μου ’χεις πει
Κι όσα δεν πρόκειται ποτέ να πεις ακόμα.

Θα βρω μια γλώσσα να αντέχει αυτό που ζω
Κι ό,τι κι αν λέει να μη φαίνεται πεζό
Αφού, αγάπη μου, για σένα θα μιλάει.

Θα βρω μια γλώσσα ξεχασμένη από καιρό
Μέσα σε άδολο κι αμόλευτο νερό
Να τραγουδήσω τις πατημασιές που αφήνεις.

Θα βρω μια γλώσσα να αφήσω στους καιρούς
Κι αυτή ν’ απλώνεται σε τόπους ιερούς
Εκεί που ο έρωτας το σπέρμα του θα κρύβει.

Θα βρω μια γλώσσα να μην έχει ηττηθεί
Μια μόνη λέξη να ’χει για να κρατηθεί
Το όνομά σου, όνομά μου που θα γίνει.

ΟΣΟ ΣΕ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ

Φτύνω στιχάκια, καταπίνω συλλαβές
Όσο σε σκέφτομαι
Μήπως σου γράψω όσα δεν κατάλαβες
Και πάντα πέφτω με
Μια ορμή.

Μασάω φθόγγους, μέτρα και τριπλές στροφές
Όσο σε σκέφτομαι
Σκαρώνω ρίμες ταιριαστές κι ανάστροφες
Και πάντα πέφτω με
Μια ορμή.

Πίνω φωνήεντα, ομοιοκαταληκτώ
Όσο σε σκέφτομαι
Να τιθασεύσω πάθος ακατάληκτο
Μήπως σε γευτώ με
Το κορμί.

ΑΓΡΙΟ ΜΕΛΙ

Υπάρχει κάπου ένα αμπέλι
Στάζουν οι ρώγες άγριο μέλι
Μέλι απ’ τα χείλη σου.

Κι όποιος να τα φιλήσει θέλει
Πρέπει να φύγει από τα βέλη
Κι απ’ το φυτίλι σου.

Από τα βέλη μην ματώσει
Και απ’ το φυτίλι, μην τον ζώσει
Φωτιά του Απρίλη σου.

Κι αυτός που το ’χει κατορθώσει
Έχει σαν άγαλμα πετρώσει
Κάτω απ’ τη σμίλη σου.

JAMES FENTON[1], Τρία Ποιήματα

(μετάφραση Γ.Ε. από την υπό έκδοση μετάφραση

επιλεγμένων ποιημάτων του James Fenton

για τις εκδόσεις της Μικρής Άρκτου)

Μαζί σου στο Παρίσι

Μη μου μιλάς γι’ αγάπη. Έχω ακούσει τόσα πράματα

Και μου ’ρχονται τα κλάματα δυο ποτηράκια όταν έχω κοπανήσει.

Είμαι απ’ τα λόγια σου τραυματισμένος.

Όμηρος είμαι. Είμαι εγκλωβισμένος.

Μα είμαι μαζί σου στο Παρίσι.

Ναι, είμαι οργισμένος, που ’μαι εξαπατημένος

Και έχω αγανακτήσει με το χαμό που έχω ζήσει.

Ομολογώ το ξεπερνάω

Πού είμαστε μπλεγμένοι δε ρωτάω. Και πού τραβάμε.

Είμαι μαζί σου στο Παρίσι.

Πειράζει αν στο Λούβρο δεν θα πάμε;

Αν πούμε στα τσακίδια και να μένει η Νοτρ Νταμ η αναθεματισμένη;

Αν παραλείψουμε τα Ηλύσια Πεδία

Κι αν μείνουμε εδώ, σ’ αυτό το άθλιο

Δωμάτιο παλιού ξενοδοχείου αραχτοί

Κάνοντας τούτο ή εκείνο

Σε ποιον ή και σε τι

Να μάθω εσένα,

Να μάθω εμένα;

Μη μου μιλάς γι’ αγάπη. Ας συζητήσουμε για το Παρίσι,

Για τη μικρή μας θέα προς στο Παρίσι.

Είναι κι αυτή η ρωγμή που σχίζει το ταβάνι

Κι οι τοίχοι του ξενοδοχείου που μαδάνε

Κι εγώ είμαι μαζί σου στο Παρίσι.

Μη μου μιλάς γι’ αγάπη. Ας συζητήσουμε για το Παρίσι.

Μ’ ό,τι μικρό κι αν κάνεις είμαι στο Παρίσι.

Βρίσκομαι στο Παρίσι με τα μάτια σου, το στόμα σου,

Βρίσκομαι στο Παρίσι με…όλα τα χαμηλά στο σώμα σου.

Σε αμηχανία σ’ έχω οδηγήσει;

Είμαι μαζί σου στο Παρίσι.

Ιερουσαλήμ

I

Η πέτρα κραυγάζει στην πέτρα,

Η καρδιά στην καρδιά, η καρδιά στην πέτρα,

Κι η ανάκριση δεν πρόκειται να πάψει,

Αφού δεν υπάρχει αιώνια πόλη

Μήτε και οίκτο έχουν όλοι

Πίσω απ’ τον ουρανό τίποτα δε θα βρει κανείς όσο κι αν σκάψει

Ούτε ουράνιο τόξο, μήτε πράγματα εγγυημένα –

Δεν υπάρχει διαθήκη ανάμεσα στον Θεό σου και σε μένα.

II

Εκεί ψηλά είναι στον αιθέρα.

Οδύνη υπάρχει πέρα ως πέρα

Καθένας φορά τον πόνο του σαν δέρμα.

Η ιστορία μου διακρίνεται.

Η δική μου δεν εγκρίνεται.

Αυτή ’ναι η πηγή απ’ όπου αναβλύζει των πολέμων η αρχή και το τέρμα,

Ο ήχος του γέλιου απ’ το θωρακισμένο αμάξι.

Ο άνθρωπος αυτός, ποιος είσαι, με πίστη ποτέ δεν θα κοιτάξει.

III

Αυτό είναι το δικό σου λάθος.

Κι αυτός του σταυροφόρου ο τάφος.

Το ρέμα της Κιντρόν[2] αναβλύζει απ’ της Μέα Σεάριμ[3] το μέρος.

Για σένα θα προσευχηθώ.

Τι να κάνεις θα σου πω.

Θα σε λιθοβολήσω. Κάθε σου θα τσακίσω μέλος.

Α, δεν σε φοβάμαι εγώ εσένα,

Μάλλον θα πρέπει να φοβάμαι όσα να κάνω ανάγκασες εμένα.

IV

Αυτός δεν είναι ο Γολγοθάς.

Αυτός είναι ο Άγιος Τάφος,

Το τέμενος του Αδριανού για μιας αγάπης έλξη

Που δεν την πολυσυζητούσε.

Ο Γολγοθάς παντού να είναι θα μπορούσε.

Η ίδια η Ιερουσαλήμ είναι σε κίνηση κι εξέλιξη.

Αναπηδάει συνεχώς από έναν λόφο σ’ άλλο λόφο

Κι όπως το δρόμο της τραβά, έτσι εκπληρώνει κάθε πόθο.

V

Η πόλη αυτή λεηλατήθηκε.

Ο Ιορδάνης προς τα πίσω οδηγήθηκε.

Οι ευλαβείς Χριστιανοί ζωντανούς τους Εβραίους τούς έκαψαν.

Αυτό εδώ είν’ ένα τζαμί.

Δεν τέλειωσα ακόμη.

Περιμένουμε οι ενισχύσεις μήπως έφτασαν.

Πραγματικά η μητέρα σου πώς ονομαζόταν;

Πόσο ασφαλές θα ήταν σήμερα αν κάποιος στη Βηθλεέμ κατευθυνόταν;

VI

Αυτός είναι ο Τάφος του Κήπου[4].

Όχι, αυτός είναι ο Τάφος του Κήπου.

Είμαι Αρμένιος. Με ονομάζουν Κοπτικό[5].

Αυτό είναι Ουτοπία.

Ήρθα εδώ απ’ την Αιθιοπία.

Αυτή η τρύπα πέταξε το μαγικό χαλί

Μια νύχτα τον Προφήτη για να προσευχηθεί

Κι είν’ από ’δω που μια ώρα αργότερα ξανάρχισε ψηλά για να υψωθεί.

VII

Ποιος σου έχει φτιάξει τη βαλίτσα;

Εγώ έχω φτιάξει τη βαλίτσα.

Πού γεννήθηκε η αδερφή της μάνας του θειού σου;

Έχεις ποτέ σου Άραβα γνωρίσει;

Ναι, σαν σκαραβαίος έχω ζήσει.

Είμαι σκουλήκι. Είμαι άξιος του χλευασμού σου.

Την Ανοσιότητα μέσα στους δρόμους την φωνάζω

Και βλέπω την ταπείνωσή μου μέσα στα μάτια που κοιτάζω.

VIII

Είμαι εχθρός σου.

Η Γεσθημανή στέκει εμπρός σου.

Οι σπασμένοι τάφοι στο Όρος του Ναού είναι στραμμένοι.

Πες μου τώρα, πες μου πότε

Πάλι θα εγερθούμε πότε;

Θα ’μαι πρώτος στη μεγάλη καταμέτρηση σωμάτων που αναμένει;

Πότε οι φυλές σ’ αυτό το μέρος θα συγκεντρωθούν;

Και πότε, πες μου, πότε πια τα Έσχατα θα ξεδιπλωθούν;

IX

Διαπράττεις αμαρτία.

Αυτό είναι τρόμος και φοβία.  

Αυτή είναι η εξορία σου. Είναι δικό μου αυτό το χώμα.

Αυτό κερδίζεις.

Ο Νόμος λέει Δεν Γυρίζεις.

Αυτό είναι το πικρό ψωμί, κι αυτό είναι το γλυκό το πιόμα.

Αυτή είν’ η ιστορία μου, αυτό είν’ το γένος το δικό μου

Ο δύστυχος αυτός άνθρωπος έριξε οξύ στο πρόσωπό μου.

X

Η πέτρα κραυγάζει στην πέτρα,

 Η καρδιά στην καρδιά, η καρδιά στην πέτρα.

Αυτοί είναι οι αρχαιολόγοι του πολεμικού μας μένους.

Εμείς είμαστε αυτό κι εκείνο είν’ αυτοί.

Η Ιερουσαλήμ είναι αυτή.

Αυτοί οι άνθρωποι πεθαίνουν με τους καρπούς σημαδεμένους.

Κάνε το αυτό κι ευθύς το σπίτι σου έχω  βλάψει.

Σου έχω το σπίτι καταστρέψει. Και το δικό μου έχεις ρημάξει.

Δεκέμβριος 1988

 

Τιενανμέν

 

Η Τιενανμέν

Είν’ καθαρή

Και πώς να πεις

Που ’ν’ οι νεκροί

Και πώς να πεις

Τι ακολουθεί

Σωπαίνεις για

Την Τιενανμέν.
Να μη μιλάς.

Μη σκέφτεσαι.

Μη γράφεις με

Τη σινική.

Και να μην πεις

Τι έχει συμβεί,

Τι έχει συμβεί

Στην Τιενανμέν.

Οι άσπλαχνοι

Γέροι κουφοί

Σκοτώνουνε

Μα ξεψυχούν

Πεθαίνουνε

Σαν όλους μας

Και θα εκτεθούν

Στην Τιενανμέν.

Θα εκτεθούν

Προσκύνημα.

Κι άλλη ψευτιά

Θα πουν σωρό,

Θα πουν σωρό

Οι άσπλαχνοι

Το αίμα να βγει

Στην Τιενανμέν.

Το μυστικό

Κράτα βαθιά.

Κράτα βαθιά

Μες στην καρδιά.

Κράτα βαθιά

Μέχρι να δεις

Αλήθεια εδώ

Στην Τιενανμέν.

Η Τιενανμέν

Είν’ καθαρή

Και πώς να πεις

Που ’ν’ οι νεκροί

Και πώς να πεις

Πότε θα ’ρθουν.

Θα ’ρθουν ξανά

Στην Τιενανμέν.
                                                                                    Χονγκ Κογκ, 15 Ιουνίου 1989


[1] Άγγλος ποιητής, μεταφραστής και δοκιμιογράφος, γεννημένος το 1949.  Πολυταξιδεμένος, εργάστηκε για πολλά χρόνια ως ανταποκριτής μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων στις χώρες της Μέσης και Άπω Ανατολής. Βασικό του χαρακτηριστικό είναι η έμφαση στη φόρμα και στον ρυθμό. Έχει διακριθεί με πολλά βραβεία, μεταξύ των οποίων και το Queen’s Gold Medal for Poetry. Είχε την έδρα της ποίησης στην Οξφόρδη για πέντε χρόνια. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αγγλία και στην Αμερική. (Για περισσότερες πληροφορίες βλ. http://www.jamesfenton.com/ και http://en.wikipedia.org/wiki/James_Fenton)

[2] Κοιλάδα στα ανατολικά της Ιερουσαλήμ.

[3] Παλιά συνοικία της Ιερουσαλήμ.

[4] Περιοχή έξω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ, κοντά στην Πύλη της Δαμασκού. Εκεί βρίσκεται λιθόκτιστος τάφος που θεωρείται ο τάφος του Ιησού.

[5] Κόπτες, Αιγύπτιοι χριστιανοί που αποκόπηκαν από τον ορθόδοξο χριστιανισμό και πέρασαν στον Μονοφυσιτισμό. Σήμερα έχουν δική τους Εκκλησία με έδρα το Κάιρο.

Εννέα σκέψεις για ένα Μόνο Γράμμα – Μ [β΄μέρος]

Πόσο αντέχει η ποίηση στον Χρόνο; Πώς ταξιδεύει στον Καιρό; Διαγράφει επάλληλους κύκλους, τροχιές, μια κρύβεται μέσα στο χώμα και πάλι αναδύεται έξω στον αέρα και στο φως. Πότε χάνεται, πότε ξανά συνταράζει ανθρώπους και φτιάχνει οράματα. Ξέρει ο ποιητής, έχει συναίσθηση του αέναου αυτού παιχνιδιού. Τα λόγια του, θα ’ρθει καιρός, που θα χαθούν, θα κρυφτούν πες καλύτερα, θα λυθούν σε κομμάτια, σε σπαράγματα. Κι η απονιά των ανθρώπων θα τα ρίξει σε βάθος νερού. Μέχρι να γίνουν και πάλι ολοστρόγγυλα βότσαλα. Μέχρι να λάμψουν ξανά στη ματιά και στα χείλη των ανθρώπων.

Είναι προαιώνιο αυτό το ταξίδι. Κρατάει από τον καιρό των πρώτων πρώτων ερώτων του ανθρώπου με την Ποίηση. Ο καρπός της αγάπης είναι μοιραίο, σχεδόν, πότε να κρύβεται, πότε να σκοτεινιάζει, φορές να χάνεται, και πότε έξαφνα να τινάζεται σαν τον πίδακα μιας υπόγειας κοίτης ορμητικού νερού. Και να επιβάλλεται ξανά στους ανθρώπους. Είναι ο Χρόνος αυτός που θα κρίνει, που θα διακρίνει, μια μεγάλη κρησάρα που αφήνει να περάσουν τα μικρά και τα ασήμαντα, τα καταδικασμένα στη φθορά. Και κρατάει τα μεγάλα και τα δυνατά.

Ο Χρόνος, που καθαγιάζει. Ο Χρόνος, που γλύφει και λαξεύει, που θάβει για να αναστήσει. Μέσα απ’ το σκοτάδι του ξαναγεννιούνται και αναφαίνονται αγιασμένα πια όσα άντεξαν. Στο διάστημα που κρύφτηκαν ο Χρόνος γίνεται κριτής, κι όταν πια ορθώνονται ενώπιόν του, έχουν γύρω τους την αύρα της αγιότητας. Και τη βεβαιότητα του πλέον αμετάκλητα αιώνιου.

*   *   *

Η μοναξιά είναι –θα πρέπει να ’ναι–  για τον ποιητή ό,τι ο αέρας και το νερό για το λουλούδι. Μέσα στη μοναξιά ανθίζει η ποίηση. Από τη μοναξιά του ποιητή κραταιώνεται. Μέσα στους κόλπους της μοναχικότητας και μόνο βρίσκει τη δύναμη ο ποιητής να αντιπαρατεθεί στον μεγάλο του αντίπαλο: στον εαυτό του˙ και να βρει τον πιο μεγάλο του σύμμαχο: τον εαυτό του πάλι.

Μόνος ξεκινά κανείς μέσα στην ποίηση, για να συντελεστεί το μέγα μυστήριο της ένωσης με τον άλλο. Τον κάθε άλλο. Τον εδώ ή τον πέρα. Τον εντός μας και τον δίπλα μας. Για να του ψιθυρίσουμε αλήθειες και όνειρα. Για να γυμνωθεί ο ποιητής ως την άκρα ταπείνωση. Και να εισπράξει την απροσμέτρητη ανταμοιβή. Τη μέθεξη στο θαύμα.

Κι είναι αυτή η πράξη του πράξη αντάρτη και υποταχτικού μαζί. Πράξη νομιμοφροσύνης και αντιπαράθεσης. Πρώτα και κύρια με το παρελθόν. Με τους προγόνους. Ποιητές και μη.

*   *   *

Όταν κοιτάξει κανείς για πρώτη φορά μέσα στο θαύμα –πες πως βυθίζει τα μάτια του κάτω από την επιφάνεια του νερού της θάλασσας–, αντικρίζει για πρώτη φορά το έως τότε ανίδωτο. Καίνε τα μάτια του από το αλμυρό νερό (σαν άλλος απελευθερωμένος δεσμώτης του πλατωνικού σπηλαίου δεν είναι εύκολο στην αρχή να κοιτάξει καταπάνω στο φως). Σιγά σιγά συνηθίζει, ο πόνος απαλύνεται, το βλέμμα του προσαρμόζεται, όλα γίνονται πιο ήπια, πιο καμπύλα, όλα, έξω από ένα˙ δεν απαλύνεται η ένταση. Γιατί το θαύμα είναι εκεί. Και συντελείται ακέραιο.

*   *   *

Αν ο άνθρωπος είναι έκπτωτος του Παραδείσου, τότε σε όλη του τη ζωή αναζητά αυτόν τον χαμένο Παράδεισο. Αν ο ποιητής είναι ευλογημένος ή καταδικασμένος να μπαινοβγαίνει στον Παράδεισο, παίρνοντας μαζί του κλεφτές ματιές από την ωραιότητα και τη γαλήνη του, τότε σε όλη του τη ζωή μοχθεί να τον κατοικήσει.

Εννέα σκέψεις για ένα Μόνο Γράμμα – Μ [α΄μέρος]

Πώς αιχμαλωτίζει κανείς τη στιγμή; Πώς αναμετριέται με την αιωνιότητα; Μέσα απ’ τον έρωτα και μέσα από την αλήθεια. Όταν σταθείς να υπολογίσεις τα βήματα που έκανες, έχεις φτάσει πια να κοιτάζεις από την άλλη μεριά του ύψους, ξέρεις πως όσα σου απομένουν –πολλά ή λίγα δεν έχει σημασία–  πρέπει να τα μετρήσεις καλά, να τα βαδίσεις στέρεα. Τότε είναι η ώρα για να αποτυπώσεις ένα έργο ανάμεσα σε σένα και τον χρόνο, ανάμεσα στην αλήθεια και τη μνήμη. Σκαλίζεις τα αρχικά σου στην επιφάνεια του παντοτινού, μόνο γιατί το σκέφτηκες. Μόνο γιατί το θέλησες, αρκεί να εκβιάσεις την αιωνιότητα.

*   *   *

Κάθε ποιητής γράφει για να ανακαλύψει τον εαυτό του και μαζί τον κόσμο. Γράφει για να χτίσει απαρχής ένα σύμπαν, να μπει και να το κατοικήσει. Στο σύμπαν αυτό δεν υπάρχει κανείς άλλος, παρά μονάχα ο ποιητής και η Ποίηση. Όσοι το προσεγγίζουν είναι επήλυδες που ευλογούνται να κοινωνήσουν αυτή την ιερή, την αμόλυντη σχέση, την καθαγιασμένη, που απλώνεται από την ύβρη της αλαζονείας μέχρι την εξιλέωση της άκρας ταπείνωσης. Στο σύμπαν αυτό ο ποιητής είναι θεός και άνθρωπος, άγγελος και δαίμονας, και γύρω η Ποίηση συνενώνει τις διαφορετικές αυτές διαστάσεις. Κανείς ποτέ δεν μπορεί να διαταράξει αυτή τη λεπτή ισορροπία της δημιουργικής οντογένεσης.

*   *   *

Να τιθασεύσεις ένα συναίσθημα, μια παρόρμηση ποιητική, είναι από μόνο του ένας άθλος. Και γίνεται μεγαλύτερος, όταν το συναίσθημα αυτό είναι ο έρωτας κι όταν η ποίηση αγγίζει τα όρια της εξομολόγησης, της ένωσης με την απόλυτη ουσία, με την αιωνιότητα.

*   *   *

Η ποίηση τις περισσότερες φορές έχει τις ρίζες της στο παρελθόν, πάντα όμως ανήκει στο μέλλον. Ο ποιητής αντλεί δυνάμεις από το βιωμένο παρελθόν, από το δραματικό παρόν και τις μετουσιώνει σε ποιότητες μέλλοντος. Κι ακόμη παραπέρα. Βγαίνει έξω απ’ τη διάσταση του χρόνου. Βιώνει πολλές φορές το τραύμα της απόρριψης, της αμφισβήτησης, της άρνησης του καιρού του. Αλλά ο γνήσιος, ο συνειδητός ποιητής ξέρει πως γράφει για το άχρονο. Όχι για το παρελθόν, όχι για το παρόν, δεν γράφει καν για το μέλλον. Γράφει για το άχρονο. Εξαπολύει ενέργεια από τα έγκατα της δικής του καταβύθισης κι αυτή όλο διαστέλλεται για να οριοθετήσει τη θέση της στο άπειρο.

*   *   *

Τα τέρατα είναι παντού, είναι ολόγυρα κι εντός μας. Είναι εκείνα που εμποδίζουν την ψυχή, ελεύθερη και καθαρή, να πετάξει στο ταξίδι της ένωσής της με το αρχέτυπο, με το καθρέφτισμά της το άφθαρτο, το αιώνιο. Ποιος άραγε έξω απ’ τον ποιητή μπορεί να μπαινοβγαίνει απ’ τον έναν κόσμο στον άλλο, με ποια οδύνη, με ποια απώλεια, με ποια δύναμη και αντλημένη από πού; Ποιος σκορπάει δίχως φειδώ τις δυνάμεις του, ποιος αφήνει το αίμα του να χύνεται, σαν το μελάνι πάνω στο χαρτί, ποιος, τέλος, κάνει την αποκοτιά να τριγυρνά σαν κριάρι ελεύθερος και να τσακίζει κλώνους άστρων;

Επτά ποιήματα από τα «Γράμματα στον πρίγκιπα»

(εκδόσεις Μικρής Άρκτου, Νοέμβριος 2010)

Στο μέρος της απόλυτης σιωπής
δεν θα σε πάρω μαζί, φίλε μου,
– δεν το μπορώ και δεν το θέλω–
θα πάω μόνος. Εσύ θα ’ρθείς μετά,
μήπως και μυρίσεις στα χέρια μου
όσα άγγιξα.

* * *

Εν αρχή ην η μουσική και η σιωπή, μετά η σμίξη τους. Έρωτας
απ’ την πρώτη ώρα που θυμάμαι.
Μια θάλασσα η μουσική και τη δροσίστηκες απέραντη.
Το κάθε κύμα κι ένας φθόγγος σου, ο σκοτεινός βυθός της ο πνιγμός σου,
ο ουρανός αντιφεγγίζεται στη σκέψη σου, σε ποιαν ακτή, ποια μόνη ακρογιαλιά
θα σβήνουνε τα λόγια σου κι ως πότε;
Όσο θα ζει η γη, όσο η θύμηση, όσο τα κύματα θα φτάνουν να χτυπάνε
κατάξερα χαλίκια αργά το απομεσήμερο, την ώρα που όλα γύρω εξαχνώνονται
σε ώρα μυστική κι ακούγονται, λες, σαν καινούργια μες στο άπειρο,
ως τότε θα μιλάς με τα τραγούδια σου, Ορφέα πρίγκιπά μου,
ισορροπώντας στις πέντε γραμμές του σύμπαντος, με το κλειδί του ωραίου
για σημάδι.
Πέρασα πια στην ηλικία που αναστρέφοντας δεν βλέπω αστέρια,
βλέπω μόνο τον Θεό. Και ο ρυθμός σου
ξεδιπλώνεται ανάμεσα.

* * *

Το τραγούδι μια θα παίρνει τη δική σου φωνή,
μια τη δική μου. Μπαίνω μες στον ναό και στον μόχθο σου.
Η συντέλεια είναι κοντά. Κι ο Θεός διφυής πια.
Οι άλλοι τιμωρημένοι να μην ξέρουν.
Πάντοτε θέλω,
πρίγκιπά μου φεγγαρόσχημε,
να σ’ αντικρίζω
σαν την τολμηρή πανσέληνο
κι απ’ το σφοδρό,
το αμοιβαίο χτύπημα
να ξεπετιέται
σαν της τσακμακόπετρας
δαιμονισμένη
φλόγα να μας κάψει,
Υάκινθέ μου,
γιε της Υακίνθης.

* * *

Ο αχειροποίητος. Ήρθες για να με πάρεις.
Κοιτάζεις αινιγματικά και περιμένεις. Διεκδικούμε
το ίδιο απαλό μωβ. Δεν με πειράζει. Αφού με δίδαξες
να πολεμώ κακούς μαντατοφόρους
και να βρίσκω μίτο για τους ατέλειωτους λαβυρίνθους.
Εσύ τον βρήκες τάχα τον παράδεισο; Και τον κατοίκησες, αγάπη, πρίγκιπά μου;
Χωράω να μπω, έστω για λίγο, μέσα; Να τον μυρίσω;
Τόσο που σ’ έχω ερωτευτεί,
που μ’ έμαθες να μη φοβάμαι τις λέξεις,
μα καθαρές να τις γυρίζω άλλοτε βότσαλα κι άλλοτε
σπασμένα κοχύλια μες στο στόμα μου. Σ’ ακούω να μιλάς ελευθερία
και σ’ ακούω να τραντάζεις τα όρια, να τα πλαταίνεις,
να μην τα σπας ποτέ. Μέσα στα σύνορα που χάραξες
διαχέεται το φως και γράφεται το άσπιλο κλειστό νησί σου.
Αν έφτασα στον κήπο αυτόν
μόνο για να σε συναντήσω, καλώς που έζησα.
Κι ας μοιράζομαι τώρα μαζί σου και πάντοτε
την ίδια ασύμμετρη σπίθα. Ο λίβας του απόλυτου
ξέρει να κατακαίει ως κάτω πέρα στη θάλασσα.
Ο ανήλεος δαίμονας.

* * *

Εσύ κι εγώ
κοιμόμαστε την ίδια αγαπημένη.
Γλείφω το γυάλινό της σώμα, όπως η σταγόνα.
Πίνω το κόκκινο κρασί και τους χυμούς της. Ύστερα
ξαναγράφω τη ματιά μου – μια γραμμή λεπτή, καμπύλη, ατέλειωτη.
Πάρε το σχήμα της. Πάνω στην κυματιστή της ελευθερία μπορείς να ξανάρχεσαι.
Ο κόσμος στροβιλίζεται αλλιώτικα, όμως εσύ
έχεις πια ανακαλύψει το ασύλητο άρωμα των βυθών του,
την ερμαφρόδιτη ομορφιά που μπορεί να υπάρξει, το όνειρο.
Μάγεψε όσα λιγοστά απομένουν απείραχτα. Σου αφήνομαι.

* * *

Tα ήξερα όλα και τα ξέχασα. Τα ήξερα όλα
και τα γδύθηκα, για να ντυθώ την καθαρότητά σου, πρίγκιπά μου.
Γιατί το ξύλο, το φύλλο και ο άνεμος δεν θέλουν όνομα για να τα πω,
δεν θέλουν γνώση να τα καταλάβω. Εγώ, ο αγνώς, θα γίνω ξύλο
κι εγώ φύλλο,
εγώ άνεμος,
σπέρνω, φυτρώνω, θάλλω, εξατμίζομαι,
γυμνός μέσα στο σύμπαν διαστέλλομαι,
ώσπου ν’ αγγίξω τα κρυφά του όρια, να τα τεντώσω.
Εκεί, σ’ αυτό το σύνορο είναι που εγώ σε συναντώ,
εκεί που σε γνωρίζω κι εκεί που σε ενώνομαι.
Ύστερα πια μπερδεύω αν πρέπει να μιλώ με το εγώ, με το εσύ
ή δίχως τίποτα,
αφού πια τίποτα δεν μένει ανάμεσά μας.
Η ένωσή μας μόνο για τους μύστες.

* * *

Έξαφνα
τα μαλλιά σου μάκρυναν, τα δάχτυλά σου μάκρυναν, τα λόγια έμειναν στο χώμα.
Για σένα τίποτα δεν τελειώνει εκεί, στην πολιτεία των αγγέλων και των κριτών.
Τώρα μια μια οι λέξεις σου θα πέφτουν καταστερισμοί σε  σκοτεινό στερέωμα. Τώρα
δικαιοσύνη. Διέγραψες ολόκληρο τον κύκλο. Έψαξες το παιδί και το συνάντησες,
ξανάγινες εκείνο το παιδί κι αναστηθήκατε μαζί. Την ώρα της πιο βέβαιης θλίψης
επέμενες να ζωγραφίζεις αλλεπάλληλα δοξαστικά ωμέγα.
Ο πρίγκιπας που υπήρξες μέσα σε λάσπη και σε καλοκαιρινή βροχή
δεν μόχθησε παρά να τινάζει τα χώματα απ’ τα καθαρά του χέρια,
για να μπορεί να σκουπίζει το μέτωπό του,
να τρίβει τα μάτια του μπροστά στην έκπληξη.
Και μη φοβάσαι. Η έκπληξη σε διάλεξε.
Το όνειρό σου είναι η πραγματικότητα που όλοι, έστω για μια φορά,  ποθήσαμε.

William Shakespeare, Sonnet 18

Να σε συγκρίνω με καλοκαιριού ημέρα;

Είσαι γλυκύτερο και πιο ήπιο πλάσμα

Μπουμπούκια σείονται από του Μάη αγέρα

Κι είν’ τόσο σύντομο καλοκαιριού το φάσμα.

*

Είναι φορές που καίει του ουρανού το βλέμμα

Κι άλλοτε το χρυσό του δέρμα κάπως σβήνει

Κάποτε ομορφιά από μιαν άλλη φθίνει

Από της φύσης το άφθαρτο τροπής το ρεύμα.

*

Μα το αιώνιο καλοκαίρι σου δεν φθίνει

Κι ούτε ποτέ την ομορφιά σου δεν θα χάσεις

Στον θάνατο πως σ’ έχει καύχημα δεν δίνει.

*

Καθώς του αιώνα τις γραμμές θα ξεπεράσεις.

Όσο θα υπάρχει αναπνοή, ματιά θα κρένει

Τόσο αυτό θα ζει κι εσένα θ’ ανασταίνει.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.