J. D. Salinger (1919–2010) (5)

Το 2007, είχα γράψει στο blog μου (http://athinakisdimitris.wordpress.com) ένα κείμενο για τον «Φύλακα στη σίκαλη» του Σάλιντζερ.

Το 2010, ελάχιστες μέρες πριν δηλαδή, δημοσίευσα το ίδιο κείμενο, σε επεξεργασμένη μορφή, στο μηνιαίο free press για το βιβλίο «Bookpress».

Χθες το βράδυ, έμαθα ότι ο σπουδαίος αμερικανός συγγραφέας μάς άφησε, σε ηλικία 91 ετών.

Η μελαγχολία των συμπτώσεων, απ’ τη μια, και η μόνιμη μελαγχολία του θανάτου, απ’ την άλλη.

Happiness is real only when shared (4)


Σβήσε, γράψε, γράψε, σβήσε, ξανακοίτα. Κι όλο πάλι απ’ την αρχή. Μη σου φύγει ο πυρήνας, μη χάσεις εκείνο τον μικρό ρυθμό που θες να συγκρατήσεις σ’ εκείνο το μικρό, το ελάχιστο σημείο, μην και δεν καταφέρεις να διατηρήσεις μέσα σου το αρχικό αίσθημα, εκείνη την αδιόρατη κλοτσιά που σ’ έκανε να γράψεις ένα ολόκληρο κατεβατό ― που κατέληξες ν’ αποκαλείς «ποίημα».Τα πάντα πρέπει λίγο να τ’ αφήσεις να «κρυώσουν», ν’ απομακρυνθείς απ’ την ορμή του γεγονότος (του μέσα και του έξω), να φτάσεις να γίνεις γυμνός (και στυγνός;) παρατηρητής της ίδιας σου της γραφής. (Αυτό ισχύει και για τη μετάφραση, και για τα κριτικά σημειώματα.) Και βέβαια της ίδιας σου της ζωής. Δίχως να ’χεις μια στάλα εγωισμό, πρέπει/οφείλεις/αναγκάζεσαι να πεις και να ξαναπείς το ίδιο το πράγμα, όχι μόνον από την εγκατεστημένη σου εμμονή, αλλά και γιατί κάποιος, κάπου, θα ήθελες να σε διαβάσει ― κακά τα ψέματα: ο ιδανικός αναγνώστης, αφενός, δεν υπάρχει και, αφετέρου, εφόσον δεν γίνεται χωρίς το ολόγραμμά του, έστω, φτάνεις στο σημείο να τον επινοήσεις. Λίγο από ’δώ, λίγο από ’κεί, ένα στοιχείο έτσι, ένα αλλιώς, φτιάχνεις τον προσωπικό σου μπούσουλα.

Οι πολλές εκφάνσεις του ίδιου ακριβώς πράγματος. Του πρώτα ζούμε και μετά γράφουμε˙ του ζω για να γράφω˙ γράφω για να ζήσω˙ του γράφω γιατί «έτσι»˙ του «έτσι μπορώ, τι να κάνουμε». Υπάρχουν κι άλλα. Όπως και να το δει κανείς, όλα μπλέκονται και δημιουργούν ένα εσωτερικό χαρμάνι που, από ένα σημείο και μετά, είναι αδύνατον να διακρίνεις εάν το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό. Λες κι έχει σημασία. Αυτό που μάλλον αξίζει να ’χουμε και να πορευόμαστε είναι ό,τι μας κάνει να μη νοσταλγούμε το μέλλον, αλλά απλώς να υπάρχουμε στο εδώ και τώρα. Ό,τι κι αν είναι αυτό.

Δεν πιστεύω στην αιώνια αφοσίωση ούτε στην αιώνια ευγνωμοσύνη. Κάθε στιγμή δοκιμάζονται τα πάντα˙ όλα κρίνονται, επικρίνονται κι επιδοκιμάζονται κάθε δευτερόλεπτο. Το βάσανο είναι να γίνει αυτό η αδηφάγος τρύπα που σε καταπίνει και σε χωνεύει. Το κέρδος είναι να γίνονται όλ’ αυτά ασυναίσθητα˙ λες κι όλα υπάρχουν˙ έτσι απλά.

Αλλά τίποτε δεν είναι απλό. Γι’ αυτό ψάχνεις κάθε φορά τη διέξοδο˙ γι’ αυτό και η διέξοδος αλλάζει από στιγμή σε στιγμή˙ γι’ αυτό έχεις ανάγκη και το μοίρασμα. Το μοίρασμα με το χαρτί, με το βλέμμα, με το άγγιγμα˙ με όλ’ αυτά που συνιστούν το παροντικό άπειρο. Το ποίημα, κάθε ποίημα, πλησιάζει το άπειρο˙ κάθε λέξη, συντεταγμένη κατά το δοκούν, κερδίζει, με τα δικά της όπλα, τη βαθιά ανάγκη για επικοινωνία. Εδώ. Εκεί. Παντού.

Κι οι λέξεις είναι όντα που (πρέπει να) αντικαθίστανται. Με τον ίδιο τον άνθρωπο και τα πράγματά του. Δεν ξέρω αν όλα είναι ποίηση ― αυτό μπορεί και να μην έχει καμιάν απολύτως σημασία. Είμαι σίγουρος ωστόσο πως τα πάντα είναι άνθρωπος. Όποιος κι αν είναι ο στόχος. Και ο άνθρωπος βέβαια δεν είναι μόνον ο στόχος. Είναι και η πηγή. Προπαντός αυτή. Όχι;

Διαβάζοντας… εαυτόν! (3)


Επανέρχομαι τακτικά στα κείμενα της Αργυρώς Μαντόγλου, από την οποία πήρα τη σκυτάλη —όπως λέγεται— σ’ αυτή την πρωτότυπη προσπάθεια του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Μιλά για τη βιωματικότητα της γραφής, για την αλληλουχία νου και σώματος κατά τη διαδικασία της συγγραφής.

Στις 19 του Φλεβάρη συμπληρώνεται ένας χρόνος από την έκδοση της πρώτης μου ποιητικής συλλογής. Έχω την αίσθηση ότι η πρώτη εκδοτική προσπάθεια του καθενός και της καθεμιάς μας, κατά κανόνα, έχει το έρεισμά της στα (πολλά συνήθως) χρόνια που παρήλθαν μέχρι τη στιγμή της έκδοσης. Όταν όμως, ύστερα απ’ αυτό το γεγονός, μπαίνεις στη διαδικασία νέων ποιημάτων (προσωπικά, είναι νωρίς να μιλώ για δεύτερη, καινούργια συλλογή), τότε τα βιώματα και οι σκέψεις είναι πολύ συγκεκριμένα, πολύ περιορισμένα και πολύ περισσότερο, βεβαίως, «υποψιασμένα». Με την τελευταία λέξη, θέλω πολύ απλά να πω ότι, εφόσον έχεις ήδη ένα βιβλίο στα χέρια σου, η διαδικασία που ακολουθεί έπειτα από αυτό (έκθεση στο κοινό, αποστασιοποίηση απ’ το έργο κ.λπ.) είναι πια γνωστή, όσο κι αν νιώθει κανείς πως κάθε καινούργιο βιβλίο/ποίημα/έργο είναι ταυτόχρονα και κάθε καινούργιο (συν)αίσθημα.

Κοιτάζω —δουλεύοντάς τα— τα καινούργια ποιήματα και νιώθω, άμεσα ή αργότερα, την αλλαγή που συντελείται μέσα κι έξω μου. Παρατηρώ την ίδια μου τη διαδικασία και εντοπίζω αλλαγές. Το ποίημα, το όποιο έργο τέχνης τελοσπάντων, είναι μια πορεία αμφίδρομη: ξεκινά από σένα και σε σένα καταλήγει. Εν τω μεταξύ, γηράσκεις αεί διδασκόμενος.

Ως γραφιάς που πιστεύει στο ενιαίο σώμα της γραφής, εντάσσω σ’ αυτή τη διαδικασία την ενασχόλησή μου με τη μετάφραση και την κριτική — εάν βέβαια μπορώ να χρησιμοποιήσω τον όρο «κριτική» για τα κείμενα που δημοσιεύω για βιβλία άλλων. Άρα: δεν είναι μόνο το βίωμα και η (καλλιτεχνική ή όχι) επεξεργασία του που συμβάλλει σ’ όλα τα παραπάνω, αλλά και η εξάσκηση και η δοκιμασία με κείμενα άλλων — έστω και υπό το μεταφραστικό ή κριτικό πρίσμα κι όχι «απλώς» μέσω της αδυσώπητης και συνεχούς αναγνωστικής δοκιμασίας.

Φοβάμαι ότι από ’δώ και πέρα θ’ αρχίσω να λέω τ’ αυτονόητα. Ίσως επανέλθω στο ζήτημα. Προς το παρόν, καταθέτω ένα ποίημα αδημοσίευτο — μπορεί ν’ ακολουθήσουν κι άλλα.

Για όσους και όσες μπορεί να παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον να δουν ποιήματά μου της πρώτης συλλογής (χωρίσεμεις, Κοινωνία των (δε)κάτων 2009) μπορούν να επισκεφθούν τα παρακάτω links.

Το πρώτο, από το ηλεκτρονικό περιοδικό e-poema

Το δεύτερο, από ηλεκτρονικό περιοδικό poeticanet

ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΟΥΣ

Πού και πού, με πιάνει μια μανία να κλέψω την πεταλούδα

που ευθύνεται για τον ύπνο σου όταν εδώ γύρω βρέχει.

Την κρύβω στην τσέπη μου,

ακούω συνέχεια τον βόμβο της — αν την καταλαβαίνω;

Η πεταλούδα με κάνει να φαντάζομαι — αν βρέχει εδώ, σίγουρα κοιμάται ήσυχα

σε κάποια άλλη πόλη.

Μα όταν ξυπνάς, εδώ ακόμα βρέχει.

Νόμιζα πως όλα τα ’βαλα σε τάξη,

συνέχεια όμως γεννιούνται καινούργιες πεταλούδες.

Εγώ γιορτάζω κάθε φορά μιαν ολοκαίνουργια ληστεία.

Κι εσένα σ’ αφήνω να κοιμάσαι σε μιαν άλλη θεωρία.

Εκεί, οι πεταλούδες είναι άχρηστες —

όπως και κάθε μου προσπάθεια να σου τις κλέψω.

Περί του ρόλου των διανοουμένων (2)

Σκέψεις ατάκτως ερριμμένες

«Δεν θέλουμε τίποτα από ’ναν κόσμο όπου το δικαίωμα να μην πεθάνουμε απ’ την πείνα, ανταλλάσσεται με το ρίσκο να πεθάνουμε από ανία» – Σύνθημα του Μάη του ’68

Στο προηγούμενο άρθρο, έγινε λόγος για τον χρόνο και για τον θυμό, για τη διαχείρισή τους, για τον τρόπο με τον οποίο χάνεται λίγο λίγο ο καιρός, κυλώντας μέσ’ απ’ τα δάχτυλά μας.

Είναι τρομακτικός πια ο τρόπος ζωής μας. Κανείς βέβαια δεν περιμένει να ζήσει τον παράδεισο επί γης, αλλά κανείς επίσης δεν είναι υποχρεωμένος να υφίσταται διαρκώς τη βλακεία των άλλων – ας μην κρυβόμαστε κι ας μην είμαστε καθωσπρέπει ώρες που ’ναι: όταν λέμε «άλλοι» εννοούμε ξεκάθαρα όλα εκείνα, άτομα και γεγονότα, που μας κρατούν πίσω, σ’ έναν βάλτο του έσω εαυτού και του έξω σώματος. Γιατί δεν είμαστε μόνο σώματα που ξημεροβραδιάζονται στη δουλειά ή όπου αλλού, είμαστε και κόσμοι, ο καθένας και η καθεμιά από μας, που έχουν ανάγκες άλλου τύπου: μιαν αγκαλιά, βρε αδερφέ. Τουλάχιστον αυτή δεν μπορείς να την πληρώσεις με πιστωτική κάρτα ούτε καν με «αγκαλοδάνειο»: αυτήν είτε την έχεις είτε όχι.

Αλλά αυτή η αγκαλιά, αυτή η απλούστατη ανθρώπινη επαφή σήμερα μπορεί και να κοστίζει. Μπορεί να χρειάζεται να πάρεις δάνειο χρόνου, ν’ απαιτήσεις λίγη τρυφερότητα απ’ την «τράπεζα» που ’χεις δίπλα σου, αλλά τ’ απαιτούμενα χαρτιά σου να μην τα ’χεις μαζέψει ακόμα. Η γραφειοκρατία της αγκαλιάς, η σκληρή οργάνωση των συναισθημάτων, του ίδιου του έρωτα, σε θέλει παρόντα σε όλα τα γκισέ που θα σου προσφέρουν ληξιαρχικές πράξεις επιβεβαίωσης. Κι αυτό, παρότι αποτελεί ίδιον σταλινοειδών καθεστώτων, ο σύγχρονος καπιταλισμός τείνει να το υιοθετήσει κάνοντάς το βάση και πυρήνα της δικής του οργάνωσης.

Αυτή η ανθρώπινη επαφή που όλοι αναζητούμε με νύχια και με δόντια, με όλη μας την καρδιά, μ’ όση δύναμη της έχει απομείνει, αυτή η ανθρώπινη επαφή λοιπόν απαιτεί και τίθεται εν απαιτήσει. Ποιος είναι έτοιμος σήμερα –στην εποχή που όλα τρέχουν χωρίς σταματημό, στην εποχή που οι καθημερινοί φασισμοί αυξάνονται και πληθύνονται, που ο κόσμος τρέχει δίχως εμάς– να σταθεί όρθιος ενώπιον ενός άλλου ανθρώπου – να βρει, στο κάτω κάτω, έναν άνθρωπο και να τον κοιτάξει κατάματα χωρίς αναστολές. Είναι λίγοι αυτοί που μπορούν και αυτούς μακαρίζω. Τυχαίνει να γνωρίζω μερικούς τέτοιους. Κι είμαι περήφανος γι’ αυτούς.

Γιατί, όπως και να το κάνουμε, μέσα στον περιρρέοντα χαμό τα βλέμματα κι η ανθρώπινη επαφή είναι που επιβιώνει και που αποτελεί την κινητήριο δύναμη του ανθρώπου – είτε μόνου του είτε ως μέλους της κοινωνίας, όποιας κοινωνίας.

Κι εδώ εντάσσω άλλο ένα βασικό μέλημα του σύγχρονου διανοούμενου, του ριζοσπάστη διανοούμενου. Η «ξεχασμένη κοινωνία», όπως αποδόθηκε απ’ τον Αλέξη Τσίπρα, μπορεί να μην έχει ακριβώς τη σημασία που αυτός θέλησε να της δώσει. Η «ξεχασμένη κοινωνία» είναι αυτή που δεν μπορεί να συμβαδίσει με τον χρόνο, έτσι όπως αυτός τρέχει με ταχύτητες φωτός, με σπασμένα φρένα και παρανοϊκά μυαλά. Ο σύγχρονος ριζοσπάστης διανοούμενος πρέπει να φέρει στο φως τον χρόνο και την αξιοποίησή του. Τον ίδιο τον άνθρωπο ως ον χαμένο μέσα σε λεπτά και δευτερόλεπτα που δεν μπορεί να πιάσει – που δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει.

Να δώσει αυτός ο αταξικός, τι να κάνουμε, παράγοντας στην πάλαι ποτέ ολόλαμπρη έννοια του χρόνου και της ανθρώπινης επαφής ξανά το φως τους, να δώσει ό,τι χρειάζεται για να επανέλθουμε στο στάδιο όπου η ανθρώπινη επαφή δεν περιοριζόταν στις ουρές των τραπεζών και στις αδύναμες κουβέντες ένθεν κακείθεν.

Δεν νοσταλγούμε κανένα παρελθόν. Νοσταλγούμε, με ό,τι έχουμε και δεν έχουμε, το μέλλον – που θα κρατήσει τα υπέροχα του παρελθόντος και του παρόντος. Ναι, νοσταλγούμε το μέλλον. Αυτά που είμαστε έτοιμοι να ζήσουμε, αλλά ακόμα δεν έχουμε βρει τον τρόπο να τα κατακτήσουμε. Θα τον βρούμε;

Έχω την αίσθηση πως ναι. Αλλά ποιος θα ’ναι ο ρόλος που θα παίξει ο καθένας και η καθεμιά μας; Σ’ αυτόν τον δύσκολο, έτσι κι αλλιώς, δρόμο ο σημερινός ριζοσπάστης διανοούμενος πρέπει να βάλει το χεράκι του. Να χώσει το χέρι του βαθιά στην τσέπη του εσωεξωτερικού του κόσμου και να βγάλει από ’κεί μέσα τις καλά φιλτραρισμένες γνώσεις του, απ’ την εμπειρία του στη ζωή και την τέχνη. Να θέσει επομένως το όριο όπου σταματά ο ιδρώτας και ξεκινάει το δάκρυ. Αλλά και το όριο όπου αυτά τα δυο ενώνονται και αναδημιουργούν τον κόσμο.

Ας μη λέμε τ’ αυτονόητα. Κι ας πάψουν διάφοροι να πιπιλίζουν την καραμέλα των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Το ύψιστο δημοκρατικό δικαίωμα είναι να μπορείς να χειριστείς τον χρόνο σου, να μπορείς να διαθέσεις το σώμα και την ψυχή σου σ’ όλ’ αυτά που γουστάρεις – ναι, τόσο ωμά, «γουστάρεις», πώς αλλιώς. Έστω όμως ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος προσώρας. Αυτό που πρέπει μάλλον να ’χουμε κατά νου είναι το πώς μας προτείνουν διάφοροι ότι θα ’ναι οργανωμένη η ζωή μας την επόμενη μέρα, σ’ αυτή τη χώρα που όλοι –δικαίως– βρίζουν το δημόσιο, αλλά όλοι θέλουν να ενταχθούν σ’ αυτό. Και πάλι δικαίως. Ο αδηφάγος ιδιωτικός και ο ανασφαλής ελεύθερος τομέας στον κακοφτιαγμένο και αντιαισθητικό καπιταλισμό της Ελλάδας μάς οδηγούν εκεί. Θέλοντας και μη.

Ίσως είναι ώρα να πάψουμε να ’μαστε καθωσπρέπει. Κανείς δεν λέει να γίνουμε ασύδοτα όντα που δεν γνωρίζουν κανένα μέτρο. Ίσως είναι ώρα να καταργήσουμε τον ορισμό πως: «Η ελευθερία σου σταματά εκεί όπου αρχίζει του άλλου». Όχι. Αυτό μας απομονώνει, μας κάνει άτομα και όχι ανθρώπους. Μάλλον είναι ώρα να διεκδικήσουμε την κοινή ελευθερία, την ελευθερία που θα έχει ως όριο τον άνθρωπο. Την ελευθερία που θα χτίσουν οι άνθρωποι μαζί.

Μαζί. Αυτή μπορεί να ’ναι πια η πιο ακριβοθώρητη λέξη πια. Μαζί εδώ. Μαζί αλλού. Μαζί παντού. Μαζί στον έρωτα, στη ζωή, στη φιλία, στη δουλειά, στα ταξίδια, ΠΑΝΤΟΥ. Κι αν κάπου κάπου χάνεται ο προσανατολισμός, ας έχουμε καλά χαραγμένο στο μυαλό μας ότι αυτό το «μαζί» θα επανέλθει. Αν φορές φορές χάνεται αυτή η λέξη απ’ τη ζωή μας, πρέπει να παλέψουμε να την επαναφέρουμε. Αλλά όχι στο «μαζί» των κρετίνων που προφανώς εννοούν «στον αγώνα μαζί και στη μάσα χωριστά». Μαζί. Μια απλή λέξη με τέσσερα γράμματα. Μ-α-ζ-ί.

Δεν έχω ιδέα τι θα φέρουν οι επόμενες μέρες. Αλλά ας ζητήσουμε απ’ τους ίδιους μας τους εαυτούς ν’ αναλογιστούν τι μας έφερε ώς εδώ, τι θέλει να μας πάει κι άλλο πίσω.

Κι ας αφήσουμε τους διανοούμενος να λένε – όταν κάπου μπερδεύονται τα πράγματα. Όπως και να ’χει, η ανθρώπινη επαφή είναι η καθημερινότητά τους. Ας τη φέρουμε όσο πιο κοντά μας μπορούμε.

Ας χωρέσουμε τον χρόνο μας στον χρόνο των άλλων. Ή, αλλιώς, πάλι θα τρέχουμε πίσω απ’ τις εξελίξεις.

Χρόνος, θυμός και ανθρώπινη επαφή. Λίγες λέξεις, μεγάλες προσδοκίες.

Ο χρόνος και ο θυμός (1)

Λίγες σκέψεις για τον ρόλο των διανοουμένων


Είναι αλήθεια πως έχει παρέλθει πια, ίσως ανεπιστρεπτί, ο όρος «στρατευμένος διανοούμενος» ή αγγλιστί «committed intellectual» –αναφερόμενοι πάντοτε στους διανοούμενους της αριστεράς–, ένας όρος που άλλοτε λάμβανε θετική και άλλοτε αρνητική σημασία. Για παράδειγμα, θετική όταν μιλούσαμε για τον Μάη του ’68, άρα σε καπιταλιστικές συντεταγμένες, και αρνητική, όταν μιλούσαμε για τη σταλινική περίοδο, όπου ο όρος αναφερόταν στους πιστούς διανοούμενους του Κόμματος και του σκληρού καθεστώτος.

Σήμερα, ο όρος πια τείνει να ξεχαστεί εντελώς και όχι αδικαιολόγητα. Σήμερα, ο διανοούμενος, όταν δεν υποβιβάζεται σε συζητήσεις και δήθεν αναλύσεις σε έναν απλό «κουλτουριάρη», θεωρείται ότι είναι ένας τύπος ανθρώπου που απλώς διαβάζει, μορφώνεται, σπουδάζει, ταξιδεύει, ακούει, βλέπει και, ίσως, γράφει. Κι όλα αυτά, ως επί το πλείστον, κατά μόνας.

Τι είναι όμως ένας διανοούμενος στις μέρες μας; Μήπως απλώς είναι τα ρήματα που αναφέραμε στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο; Είναι απλώς ένας τεχνίτης της ουσίας της ζωής; Είναι απλώς ένας καλλιτέχνης; Έχω την αίσθηση ότι είναι πολύ περισσότερα απ’ όλα αυτά. Στις μέρες μας, όπως και σχεδόν ανέκαθεν, ο διανοούμενος λαμβάνει, κατά την ταπεινή μου άποψη, τον ρόλο τού εξηγητή. Τι είναι ωστόσο αυτό;

Αυτό που πιθανόν έρχεται αυτόχρημα στο μυαλό μας είναι τελικά και αυτό που ισχύει στην πραγματικότητα: ο διανοούμενος σήμερα, στην εποχή του άκρατου καπιταλισμού και της διάρρηξης του κοινωνικού και (συν)αισθηματικού ιστού, παλεύει να δηλώσει και να καταδηλώσει έναν δρόμο που θα οδηγήσει σε μια κάποια ερμηνεία όλων των φαινομένων που ταλανίζουν τον σύγχρονο άνθρωπο: από τον έρωτα και την αγάπη μέχρι την οικονομική κρίση και την οικολογική καταστροφή.

Βεβαίως, η «τάξη» των διανοουμένων δεν είναι μία και δεν έχει τα ίδια χαρακτηριστικά – άρα δεν αποτελεί μιαν ενότητα, ένα ενιαία σύνολο κοινών ιδιοτήτων. Είναι λοιπόν βάσιμη η άποψη όσων λένε πως δεν αποτελεί τάξη, όπως μαρξιστικά την έχουμε κατά νου, μιας και, ας πούμε, δεν παράγει υπεραξία. Μέχρις εδώ κατανοητά. Ένα επιπλέον στοιχείο είναι πως οι διανοούμενοι δεν ανήκουν καταρχήν και εν τη γενέσει τους στην τάδε ή στη δείνα ιδεολογικοπολιτική παράταξη. Κι αυτό ξεκάθαρο. Άλλες ερμηνείες δίνουν εν πολλοίς οι υποστηρικτές του καπιταλιστικού συστήματος, και άλλες αυτοί των ριζοσπαστικών απόψεων και συστημάτων.

Προφανώς, δεν μπορούμε ν’ ασχοληθούμε εν προκειμένω με όλες τις εκφάνσεις των διανοουμένων, όχι μόνο γιατί είναι αναρίθμητες, αλλά και γιατί απλούστατα η επιλογή της ανάλυσης καθορίζεται από τις πολιτικές προσλαμβάνουσες του καθενός – εδώ, του υπογράφοντος το άρθρο.

Γιατί όμως όλη αυτή η εισαγωγή; Η εύλογη απάντηση είναι διότι πλησιάζουν οι εκλογές. Αυτό δεν πρωτοφανές ούτε και κανείς περιμένει ν’ αλλάξουν άρδην οι σχέσεις που διέπουν την καθημερινότητα όλων μας. Το ζήτημα είναι πως αυτές οι εκλογές διεξάγονται σ’ ένα πλαίσιο πλήρους αποσύνθεσης και ενδεχομένως παραφροσύνης. Ένα πλαίσιο όπου τίποτα πια δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο πέρα από την τελματωμένη συστημική και κοινωνική αποσύνθεση.

Έχοντας απ’ τη μια ένα κράτος ανύπαρκτο και απ’ την άλλη ένα σύνολο πολιτών που βιώνει την ανασφάλεια και την έσωθεν εξάντληση, ερχόμαστε ν’ αναρωτηθούμε για τον ρόλο του σύγχρονου διανοούμενου, ο οποίος ζώντας σ’ αυτό τον βούρκο που διαχέεται ένα γύρο επιθυμεί να εξηγήσει και να βάλει το λιθαράκι του προς την πολυπόθητη αλλαγή.

Όχι, δεν επιστρέφουμε σε καμία περίπτωση στην ξεπερασμένη και αντιαισθητική ορολογία της κιτς δεκαετίας του ’80. Όπως επίσης καθόλου δεν επιθυμούμε να κρίνουμε το σήμερα με όρους του χθες, παρότι μοιάζει ο πολιτικός κόσμος, σε τοπικό και εθνικό επίπεδο, να παλεύει να δώσει στα σημερινά προβλήματα χθεσινές λύσεις, παρότι φαίνεται πως η περιρρέουσα παντελής έλλειψη οποιασδήποτε αισθητικής μοιάζει να κατακλύζει τους πάντες και τα πάντα.

Η αλλαγή αυτή σήμερα παίρνει άλλες διαστάσεις και ο ριζοσπάστης διανοούμενος, ας τον χαρακτηρίσουμε επιτέλους, καλείται να πάρει θέση, μοιάζει σχεδόν ανυπέρθετη υποχρέωσή του να συμβάλει με νύχια και με δόντια σ’ αυτή την οριοθέτηση αυτής της αλλαγής, με μιαν επιμονή που στις μέρες μας καθίσταται απαραίτητη.

Αυτή η επιμονή είναι και το πρώτο, κύριο και καίριο χαρακτηριστικό που πρέπει να έχει ο σημερινός διανοούμενος. Με όλα τα μέσα αναζήτησης, άλλωστε ζούμε στην εποχή της εν πολλοίς ελεύθερης ανταλλαγής πληροφορίας, με όλα τα μέσα που μπορεί να διαθέσει, με πρώτο και σημαντικό την κριτική του ικανότητα, πρέπει ν’ αφήσει το γραφείο του και να βγει στον κόσμο. Η εικόνα του διοπτροφόρου μουσάτου με την πίπα ή της έθνικ κυρίας, διοπτροφόρου κι αυτής, με το ταγάρι επιτέλους δεν λέει απολύτως τίποτα. Η εποχή του ξενέρωτου του πάρτι έχει παρέλθει – ευτυχώς οριστικά. Οι μέρες του ξημεροβραδιάσματος πάνω από βιβλία και χαρτιά ή μέσα σε βιβλιοπωλεία αποτελεί μια πολυτέλεια τόσο προσωπική που καταντά βαρετή.

Τώρα, περισσότερο από πολλές άλλες φορές, όλα αυτά πρέπει να διαρραγούν. Ο δρόμος περιμένει αλλά πρέπει πρώτα να ερμηνευτεί. Γιατί υπάρχει ο δρόμος, γιατί είναι αναγκαίος, γιατί είναι η πρωταρχική λύση; Αυτά είναι μερικά απ’ τα ερωτήματα, επιφανειακά αλλά μόνο κατά τα φαινόμενα, που πρέπει ν’ απαντηθούν. Εάν και πάλι μείνουν αναπάντητα, τότε πολύ φοβάμαι πως για μιαν ολόκληρη αιωνιότητα το τέλμα και ο βούρκος, η κινούμενη άμμος που καταπίνει καθημερινά την ομορφιά, τη ζωή, τον έρωτα και τον ίδιο τον άνθρωπο θα μείνει για πάντα καθεστώς κατάμαυρο και ανυποχώρητο.

[Θα πεις κανείς ότι όλα αυτά είναι απόψεις που πηγάζουν από μια πολυτέλεια, από λυμένα προβλήματα και από βιοποριστική αδιαφορία. Δεν μπορούμε δυστυχώς να μπούμε σε μια τέτοια συζήτηση γιατί απλούστατα δεν έχει καμιάν απολύτως σημασία, αποτελεί χαρακτηριστικό πρώτου επιπέδου και, συν τοις άλλοις, τα προβλήματα και ο χαμός «έξω» είναι τόσο μεγάλα, που απλώς οποιαδήποτε άλλη κουβέντα αποτελεί χάσιμο χρόνου.]

Να μια ακόμη λέξη-κλειδί: ο χρόνος. Ο χρόνος που εξαντλείται γρήγορα. Ο χρόνος που ρέει όπως το ποτάμι του Ηρακλείτου: δεν μπορείς να μπεις δεύτερη φορά σ’ αυτό – ένας ο ποταμός, μία και η ροή του. Και από ’κεί ξεκινά σήμερα το δύσκολο παιχνίδι που ο σύγχρονος άνθρωπος υποχρεούται να παίξει: απ’ την έλλειψη χρόνου, απ’ την απουσία οποιασδήποτε ελεύθερης και ήρεμης στιγμής αναστοχασμού και ερμηνείας τού τι συμβαίνει τριγύρω του. Όταν δεν μπορείς με μάτι καθαρό να δεις σε βάθος την καθημερινότητα, τους ανθρώπους γύρω σου, τον ίδιο σου τον εαυτό, τότε με μαθηματική ακρίβεια οδηγείσαι στην παντελή αποτελμάτωση.

Μοιάζει παράδοξο, αλλά ο σημερινός διανοούμενος πρέπει πιθανόν να παλέψει με τον χρόνο και για τον χρόνο. Πρέπει κατά τα φαινόμενα να βυθιστεί στη σημασία του χρόνου, στην εκμετάλλευση και την εξέλιξή του. Όταν αυτοί που δήθεν κουμαντάρουν ξεδιάντροπα τις τύχες ενός τόπου έχουν ως μόνο ενδιαφέρον το βόλεμα και την αρπαχτή, όταν η καθημερινή αισθητική εξαντλείται σε κάγκελα και τσιμεντένια δάση, όταν τα πολυθρύλητα και εν τέλει ενδεή βαθύτερου νοήματος ιερά και όσια ενός τόπου καθορίζονται από ρασοφόρους εκδικητές και γενειοφόρους απατεώνες, όταν τείνει ο τόπος να καταστεί ταλιμπανικό προάστιο τριτοκοσμικής αισθητικής και οργάνωσης, όταν οι κοινωνικές πολιτικές εξαντλούνται στις αμοιβαίες και ημέτερες φιλοφρονήσεις και στα εκατέρωθεν κουμπαριά, όταν η αντιμετώπιση του φόνου ενός παιδιού είναι το νίψιμο των χειρών και το «[σ.σ. ο φονιάς] εκπαιδεύτηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση», τότε ο χρόνος παύει, γίνεται απλώς χρήμα και γίνεται ανάγκη, τότε το χρήμα αποκτά όλη τη σημασία του κόσμου και αυτόματα γεννά θυμό.

Αυτό τον θυμό πρέπει να διαχειριστεί ο σύγχρονος ριζοσπάστης διανοούμενος, και να τον ερμηνεύσει, αφού πρώτα ανακαλύψει τη σπουδαιότητα του χρόνου. Και για τον εαυτό του και για τους άλλους. Κυρίως γι’ αυτούς.

Ας διαχειριστούμε σωστά τον χρόνο και τον θυμό μας. Κι ας καθορίσουμε τον χρόνο που έρχεται με την ταυτόχρονη εξάλειψη του θυμού και τη μετατροπή του σε δημιουργία. Ο χρόνος δεν περιμένει. Κι αυτό είναι ζήτημα θυμού.


Βιογραφικό σημείωμα:
Ο Δημήτρης Αθηνάκης γεννήθηκε στη Δράμα (1981). Σπούδασε Κοινωνική Θεολογία, Φιλοσοφία και Φιλοσοφία της Επιστήμης στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και το Άμστερνταμ. Σήμερα μένει επίμονα στο κέντρο της Αθήνας και εργάζεται ως μεταφραστής και επιμελητής κειμένων. Είναι τακτικός συνεργάτης έντυπων και ηλεκτρονικών περιοδικών λογοτεχνίας ενώ παράλληλα διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο (http://athinakisdimitris.wordpress.com). Το «χωρίσεμεις» είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή (Κοινωνία των Δεκάτων, 2009). Αναλυτικότερες πληροφορίες για την εργογραφία του στη Βιβλιονέτ:
http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&personsid=76699

Blog στο WordPress.com.