Ars poetica ma non povera – Τέχνη ποιητική αλλά ουχί πτωχή

«Στο θρίαμβο της ζωής» διατεινόταν στηρίζοντας με πείσμα τη θέση του ο Μπρετόν, «το φως γνωρίζει τρεις δρόμους : την ποίηση, την ελευθερία και τον έρωτα». Όπως ο έρωτας είναι η ηρωική αντίσταση του ανθρώπου στο θάνατο, η ποίηση είναι μια ηρωική αντίσταση στον πνευματικό θάνατο που προκαλεί κατά κύριο λόγο η άγνοια, η μαζική υποκουλτούρα, η κακή εκπαίδευση, η κακή αισθητική, η γλωσσική ευτέλεια, η συστηματική αποχή από τις τέχνες και τα γράμματα ή αλλιώς εν συντομία η απύθμενη χυδαιότητα μιας κακόγουστης εποχής. Η ποίηση αν και σήμερα δηλώνει ίσως μια παρεξηγημένη έως απαξιωμένη τέχνη είναι σίγουρα η πιο προικισμένη. Έχει το χάρισμα να εκπέμπει μια παράδοξη οικουμενικότητα, έτσι ώστε τα ποιήματα να λειτουργούν σαν κάτοπτρα. Οι ποιητές γράφοντας για τη δική τους κόλαση ή τον δικό τους παράδεισο, αντικατοπτρίζουν μια κοινή κόλαση, έναν κοινό παράδεισο, στη διαστροφή των οποίων μπορεί να καθρεφτίζεται με αυταρέσκεια ολόκληρη η ανθρωπότητα και ν’ αναρωτιέται: «Μήπως θα έπρεπε να ξανασυστηθούμε;» Ένα ακόμα λυτρωτικό στοιχείο της ποίησης (κοινό για όλες τις τέχνες) είναι η κατάργηση του χρόνου – η ποίηση, όπως και ο έρωτας σαν ένα άλλο «κόλπο της φύσης» εκμηδενίζει το χρόνο – προσφέροντας την πολυτέλεια μιας έστω προσωρινής αίσθησης αθανασίας – κι επί πλέον δεν είναι αναχρονιστική, αλλά διαχρονική. Πόσες φορές θ’ ανατρέξει κανείς σ’ ένα καλό βιβλίο ποίησης και πόσες φορές «στον κανίβαλο της λογοτεχνίας»; (όπως χαρακτήριζε η Βιρτζίνια Γουλφ την πεζογραφία σε μια αφάνταστα προφητική πρόβλεψη της). Το να γράφεις ποιήματα δεν είναι ουσιαστικά τίποτα άλλο από το να κάνεις διαρκώς δώρα στους άλλους. Χαρίζεις ένα κομμάτι του εαυτού σου κι έπειτα το αφήνεις στην κρίση τους για το αν θα το φάνε, αν θα το χωνέψουν ή αν θα το πετάξουν αμάσητο. Ο Καβάφης σοφά έλεγε «μην ό,τι βλέπετε πιστεύετε- το βλέμμα των ποιητών είναι οξύτερο». Κι αυτό τα οξύτερο μάτι δεν άλλο παρά το τρίτο μάτι το οποίο η Γουλφ πίστευε, πως το διαθέτουν οι ταλαντούχοι συγγραφείς. Μέσω της ποιητικής έκφρασης αποτυπώνεται το αόρατο – καταγράφεται αυτό που δεν φαίνεται – αυτό που δεν βλέπουν οι άλλοι. Κι εγώ ως φρικτός μύωπας που είμαι, γράφω σ’ ένα ποίημα μου ότι κάποτε θαύμαζα όσους είχαν δυνατά μάτια, σήμερα όμως λυπάμαι όσους έχουν αδύναμη ματιά. Πιστεύω ακράδαντα πως η κριτική σκέψη και η παρατήρηση οξύνονται και προάγονται μέσω μιας σχέσης με την ποίηση, είτε ως δημιουργοί είτε ως αναγνώστες. Μέσω του ποιητικού διαύλου επικοινωνίας το ανθρώπινο πνεύμα διατηρείται φρέσκο και δυναμικό – χωρίς να ενσωματώνεται στον πολτό. Αναζητώντας τη χαμένη του ταυτότητα και τη θέση του στο σύμπαν ο άνθρωπος βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με την ίδια του τη φύση (κυρίως με την καταστροφική πλευρά της). Ο ψυχικός του κόσμος ιδιαίτερα ευάλωτος, υφίσταται τη βαρβαρότητα ενός νέου περιβάλλοντος που εξελίσσεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα (όχι απαραίτητα θετικά) – γίνεται δέκτης συνεχών «επιθέσεων» και πιέσεων που συχνά αδυνατεί να διαχειριστεί και ν’ αναχαιτίσει. Η σχέση του ανθρώπου με την ποίηση αποτελεί από μόνη της μια μικρή επαναστατική πράξη, που δεν τον αφήνει αβοήθητο να στροβιλίζεται βλακωδώς γύρω από έναν άξονα μένοντας ουσιαστικά κατατονικός και ακίνητος – στη σκέψη – στην αντίληψη- στην κρίση – στην αισθητική – στην ευαισθησία – στο συναίσθημα. Σήμερα η ποίηση οφείλει: Nα προσεγγίσει τον αναγνώστη επαναπροσδιορίζοντας τη σχέση της μαζί του – μιλώντας του στη γλώσσα του σήμερα κι όχι στη γλώσσα του χθες ή του αύριο. Να εκτιμήσει τα Νέα Δεδομένα. Να προσαρμοστεί σε μια Νέα Πραγματικότητα. Να κοινωνήσει μια Νέα Ευαισθησία.

Ο Μπρετόν αγαπούσε τα ηλιοτρόπια

Στον κεραυνοβόλο ύπνο του
κρατά τον ήλιο
νάνι – νάνι – νάνι

Ένα αστέρι πέφτει
επιστρέφει στο αμνιακό υγρό
Μια διαμαντόπετρα
φέρνει τον κατακλυσμό

Τα όνειρα
Μουσκεύουν στη βροχή
Μαζεύει στις τσέπες του
Σφαίρες . . . αδέσποτα . . . μαύρα . . . σπόρια

Τα ηλιοτρόπια
γυρίζουν το κούφιο τους κεφάλι
για να τον κοιτάξουν
εδώ , εδώ , εδώ , εδώ

Ασήμαντη λεπτομέρεια
Ο ήλιος έπεσε
ανέτειλε ο κ ε ρ α υ ν ό ς
Ως αυτόπτης μάρτυρας
αποτρόπαιου θεάματος
από τις στάχτες του
λάμποντας
ξεπροβάλλει

Λίγο πριν τυφλώσει
το επόμενο ανυπεράσπιστο πάθος
για έναν έρωτα τυχαίο
ο ελεύθερος σκοπευτής
ξανά
καραδοκεί

Αγαπημένος

Οι κίτρινοι κύβοι
Κρέμονται
Περασμένοι σε κόκκινη κλωστή αίματος
Τυφλές πεταλούδες
Ξεχύνονται μέσα
Από την καταπακτή της καρδιάς
Το σώμα πριονίστηκε σε συρτάρια
Όμορφος και ποθητός
Αιωρείται
Μπροστά στην πανούκλα

Η εξάπλωση Είναι θέμα χρόνου
Ο γενναίος άντρας Με ταπεινά τετράγωνα καρφιά
Γενναιόδωρα Ανελέητα
Γαζώθηκε

Στη ραπτομηχανή
Του θανάτου
Μετέωρος
Ο αστερισμός του
βρίσκει τη θέση του
στο υπέρλαμπρο σύμπαν
για να μείνει αλώβητη
και ακέραιη
η απέραντη αγάπη
μας άφησε μόνους να παλεύουμε
με την υπέρβαση
ενός άθλιου εαυτού

«Παρακαλώ απλά υπογράψτε
κι έπειτα ρίξτε τον οβολό σας
στη σχισμή, στο κίτρινο κουτί
σε σχήμα σταυρού.
Σας ευχαριστώ»
είπε καθώς απομακρυνόταν από τον
Εσταυρωμένο του ο Salvador Dali

22 Μεταμορφώσεις

1

ο αγνός έρωτας

Δεν θέλω
παρά να είμαι ο εαυτός μου
και να παραμείνω
ένας δυστυχής ονειροπόλος

2

ο φτερωτός έρωτας

Μόνος πετά
για ν’ αποφύγει
το συνωστισμό
του σμήνους

3

ο λαθραίος έρωτας

Ταξιδεύει
με πούπουλα
στις αποσκευές του
για ελαφρύ
συναισθηματικό φορτίο

4

ο απατημένος έρωτας

Η αλήθεια αυτοκτονεί όταν απειλείται

5

ο παράλογος έρωτας

Όταν η σελήνη πέφτει
το μήλο περιστρέφεται
κι ο πολυέλαιος γρυλίζει

6

ο σκοτεινός έρωτας

Επικηρυγμένος στο φώς

7

ο μοναχικός έρωτας

Μια νύχτα πάθους με τον εαυτό μου

8

ο επικοινωνιακός έρωτας

Έχω ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον
Που όμως να κάθεται στον απέναντι φάρο

9

ο μοιραίος έρωτας

Μπορεί το τυχαίο να μας έφερε κοντά
Όμως η επιλογή καθορίζει
το δικαίωμα στην αδυναμία

10

ο ρομαντικός έρωτας

Υδάτινη αιώρα λικνίζεται
σε μια θάλασσα αγάπης

11

ο ιπτάμενος έρωτας

Να ένα μπαλόνι
Να μια παπαρούνα
Να μια πεταλούδα
Να ο έρωτας

-Πού;
-Μόλις πέταξε

12

ο κεραυνοβόλος έρωτας

Απροσδόκητη ταχυπαλμία
Άγνωστης ιατρικής αιτιολογίας

13

ο μαγεμένος έρωτας

Γρανιτένια ψίχουλα
στο βλέμμα αναβλύζουν

14

ο αιθεροβάμων έρωτας

Με βαρβαρότητα τα βέλη του
Νεκρό τον προσγειώνουν

15

ο ηδονικός έρωτας

Το επίμονο βλεφάρισμα
της σκιάς στο σκοτάδι

16

ο τυραννικός έρωτας

Αφού θέλεις τόσο πολύ να το μελετήσεις
Σου το χαρίζω
Το ένα μου νεφρό

17

ο εκδικητικός έρωτας

Μια αλαζονική τύφλωση

18

ο ανολοκλήρωτος έρωτας

Το πουλί που δεν πέταξε
επιτυχώς σκαλίστηκε
σε εκκλησίας τέμπλο ξυλόγλυπτο

19

ο φανταστικός έρωτας

Παρατηρητής της ανυπαρξίας του

20

ο αμυντικός έρωτας

Όσες πανοπλίες
κι αν φορέσεις
το τρυφερό σου κρέας
θα μένει πάντα
γυμνό κι εκτεθειμένο

21

ο μεταφυσικός έρωτας

Ο έναστρος Ουρανός
Το κράνος που φορά
το υπέρλαμπρο Σύμπαν

22

ο εγωιστικός έρωτας

Δεν δίνεις τίποτα
Δεν παίρνεις τίποτα
Η πιο προσοδοφόρα συναλλαγή

Υπερ-ποίηση ή αλλιώς ένα Γενναίο Υβρίδιο (σκέψη 2)

Παρακολουθώντας πριν λίγες μέρες τη συνέντευξη της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ στην εκπομπή Παρασκήνιο, που την ακολούθησε ως την Αίγινα, όπου συνηθίζει να περνά τα καλοκαίρια της, αυτή η τόσο χαρισματική και αυθεντική ποιήτρια, την οποία απεριόριστα θαυμάζω, εκτός όλων των άλλων ΚΑΙ για τη μεγάλη γενναιότητα με την οποία εκφράζει αυτό που σκέφτεται χωρίς φόβο και πάθος. Απομόνωσα λοιπόν ένα απόσπασμα της συνέντευξης της όπου όταν της ζήτησαν να μιλήσει για τη σχέση της με τη γραφή, έδωσε μια λακωνική αποστομωτική απάντηση, ότι «αν δεν έχεις μια πληγή, δεν έχεις λόγο να γρατζουνάς το χαρτί. Απλά ΖΕΙΣ».
Δεν ξέρω γιατί αλλά τα λόγια αυτά δεν έχουν σταματήσει να τριβελίζουν το μυαλό μου όλες αυτές τις μέρες. Είναι γιατί η αλήθεια είναι τόσο ωμή, πονάει τόσο πολύ και γι’ αυτό συνήθως δεν είναι αρεστή. Είναι γιατί την αλήθεια αποφεύγουμε να την κοιτάζουμε στα μάτια. Η αλήθεια είναι η Μέδουσα που μας απολιθώνει, μας πετρώνει. Προτιμούμε λοιπόν να βλέπουμε με την τυφλότητα του ψέματος, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν είμαστε εμείς, αλλά είμαστε όλοι αυτοί, ΟΙ ΑΛΛΟΙ.
Τι συμβαίνει λοιπόν με τους συγγραφείς και δη τους ποιητές; Μήπως δεν είναι αρκετά γενναίοι για να ζήσουν; Και τι είναι αυτό που φοβούνται; Μήπως τελικά φοβούνται να ζήσουν; ¨Η μήπως δεν έχουν πια ζωές για να ζήσουν και γράφουν για να βρουν τη χαμένη τους ζωή ή μήπως οι πολλαπλές ζωές που ζουν στο κεφάλι τους είναι αυτές που τους ανανεώνουν και τους αναζωογονούν με τη μυθιστορηματική εναλλαγή τους; Είναι λοιπόν η πραγματικότητα που μας ξεπερνά ή η τέχνη ξεπερνά την πραγματικότητα; Και όταν ξεπερνούμε την πραγματικότητα μήπως οδηγούμαστε σε μια υπερπραγματικότητα όπου αισθανόμαστε και ζούμε καλύτερα;
Γιατί ενδεχομένως είναι προτιμότερο να εισπνέεις αχόρταγα τις μεθυστικές αναθυμιάσεις της ψεύτικης και παραπλανητικής σαγήνης της δισδιάστατης υπερπραγματικότητας, παρά να διαχειρίζεσαι καθημερινά την ωμότητα της υπερπεζής τρισδιάστατης πραγματικότητας, που είναι κυρίως μια πραγματικότητα μη καλλιτεχνική και καθόλου μα καθόλου γοητευτική. Μήπως η επιλογή αυτή λειτουργεί για τον καλλιτέχνη ως ένας αυτόματος μηχανισμός επιβίωσης σε τοξικό περιβάλλον και μήπως είναι αυτή η υπερπραγματικότητα που θα μας οδηγήσει στην υπερποίηση;

Υπερ-ποίηση ή αλλιώς Ένα γενναίο υβρίδιο

Ξεφυλλίζοντας μια σειρά βιβλίων που αναφέρονταν στην εξέλιξη της ποίησης μέσα στον χρόνο, ένιωσα την ανάγκη να φρεσκάρω στη μνήμη μου τους βασικούς ιστορικούς σταθμούς, προκειμένου να προσδιορίσω μ’ έναν τρόπο τα χαρακτηριστικά της εποχής που διανύουμε, χαμένοι και άγνωστοι μεταξύ αγνώστων μέσα στην ασυναρτησία του μετα-μεταμοντερνισμού, για να διαπιστώσω στωικά και κοινότυπα ότι τελικά τίποτα δεν αλλάζει κι όλα τα ίδια μένουν.
Κατά τη διάρκεια, ή μετά από μια παγκόσμια κρίση, ο κόσμος οδηγείται σε έναν επαναπροσδιορισμό. Όμως για να επαναπροσδιοριστείς θα πρέπει πρώτα να μηδενίσεις. Ένα πελώριο RESET στέκεται ante portas και μας κοιτάει προκλητικά βαθιά μέσα στα μάτια. Και μετά; Τι θα συμβεί μετά το πάτημα του κουμπιού; Τι γίνεται μετά, όταν διασχίσεις την τρύπα του μηδενικού; Ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για τη ζωή; Και ποια θα είναι η επόμενη ημέρα για την Ποίηση;
Ίσως για άλλη μια φορά η ιστορία επαναληφθεί σαν φάρσα, αφού ο δυτικός κόσμος έχει περάσει προ πολλού το κατώφλι της υπερπεζότητας, ενός, σύμφωνα με τον Εντγκάρ Μορέν, νομισματικού, χρονομετρημένου, καταθρυμματισμένου τρόπου ζωής και όχι μόνον τρόπου ζωής, αλλά και τρόπου σκέψης όπου οι τεχνοκράτες είναι αρμόδιοι για όλα τα προβλήματα. Σύμφωνα με τον ίδιο, μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες η εισβολή της υπερπεζότητας δημιουργεί την ανάγκη μιας υπερ-ποίησης.
Και ποια είναι αυτή η υπερ-ποίηση; Θα προκύψει ως το σωτήριο προϊόν, που σαν ένα άλλο πορτοκαλί σωσίβιο που θα μας πετάξουν, θα μας σώσει μετά από τις υπερβολικές δόσεις της υπερπροόδου, της υπερτεχνολογίας, της υπερκατανάλωσης, του υπερκορεσμού, της υπερκενότητας, της υπερεπιφάνειας, της υπερανίας, της υπερηλιθιότητας, της υπερανωμαλίας, της υπερδιαφθοράς, της υπεραστάθειας ή της υπερισοπέδωσης; Ή όλων μαζί;
Δεν είναι πολύ δύσκολο ν’ απαντήσει κάποιος αν ανατρέξει στις δύο βασικές ιστορικές επαναστάσεις της ποίησης: η πρώτη είναι ο ρομαντισμός, και κυρίως ο γερμανικός ρομαντισμός. Είναι η επανάσταση ενάντια στην εισβολή τα πεζότητας, του ωφελιμιστικού κόσμου, του κόσμου της μπουρζουαζίας, του κόσμου που αναπτύσσεται στις αρχές του ΧΙΧ αιώνα.
Η δεύτερη επανάσταση τοποθετείται στις αρχές του ΧΧ αιώνα
και είναι ο σουρεαλισμός. Η σουρεαλιστική ιδέα είναι ότι η ποίηση βρίσκει την πηγή της στη ζωή. Στη ζωή με τα όνειρα και το τυχαίο της. Επιχειρήθηκε λοιπόν η αποπεζοποίηση της καθημερινής ζωής ή αλλιώς η επανεισαγωγή της ποίησης στη ζωή. Ο Μπρετόν θέλοντας να συνδυάσει την επαναστατική πολιτική διατύπωσε το «αλλάξτε τον κόσμο» με τη σουρεαλιστική διατύπωση «αλλάξτε τη ζωή».
Μήπως λοιπόν η υπερ-ποίηση κάνει την εμφάνισή της ως ο αναρχικός γόνος της συνεύρεσης των δύο επαναστάσεων που προηγήθηκαν; Μήπως προκύψει ως προϊόν μιας τρίτης επανάστασης με τα γονιδιακά χαρακτηριστικά του μπαμπάκα και της μαμάκας;
Μήπως σωθούμε τελικά από τη στείρα υπερματαιοδοξία, από την ατάλαντη φιλαυτία, τον νοσηρό ναρκισσισμό, την εσωστρεφή εγωπάθεια, τον κατατονικό αυτισμό που λυμαίνονται ΚΑΙ το λογοτεχνικό χώρο ως άρρωστα σημεία άρρωστων καιρών;
Mήπως;

ΑΝΘΡΩΠΟPHOBIA 12 + 1 μικροί φόβοι

1
O φόβος είναι ένα μαύρο τετράγωνο
Με γκρίζα οθόνη
Μεταμφιεσμένο σε παράθυρο
Είπε ο άνθρωπος
Και πήδηξε

2
Αναρωτιέμαι πώς μπορεί κανείς
Ν’ αναπαράγει τον εαυτό του
Σε τόσες φθηνές απομιμήσεις
Όταν φοβάται

3
Για να συντονιστείς επιτυχώς
Με τη συχνότητα του κόσμου
Βούτηξε στο μεγάλο σκοτάδι
Εκεί θα συναντήσεις
Τον μικρό φόβο

4
Ο φόβος μετακομίζει μετά το φόβο
Ο φόβος ελέγχει το φόβο
Ο φόβος ζει μέσα στο φόβο
Ο φόβος φοβάται μόνον το φόβο
Ο φόβος είναι ο φόβος

5
Ανέμελα όπως προχωρά
Ο ήχος της λέξης ησυχία
Διαπιστώνεις: Η μοναξιά
Είναι του φόβου η παγίδα

6
Μ’ ένα σχεδόν ανθρώπινο χέρι
Ο φόβος διδάσκει στο φως και
Στο σκοτάδι πώς να συνυπάρχουν
Δαιμονικά

7
Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
Δεν υποχωρεί
Μόνο διεκδικεί επίμονα
Τα δικαιώματά της
Και τα καθαρά λευκά εσώρουχα
Του φόβου

8
Όπως η μύγα μυρίζει το φως
Ο φόβος μυρίζει το σκοτάδι
Και το αιχμάλωτο μαύρο μαργαριτάρι

9
Ο φόβος ζει μέσα σ’ ένα υπερηχητικό αυτί
Μεγαλώνει συντονίζεται
Με το βόμβο της σφηκοφωλιάς
Μπαίνει στο μυαλό μιας κουκουνάρας
Για να την πολλαπλασιάσει

10
Η ναυτία ο ίλιγγος το τρέμουλο
Ξεχωριστές υπηρεσίες του φόβου
Για ξεχωριστούς πελάτες

11
Το παράλογο και η ασυναρτησία
Τα κατοικίδια ερπετά που
μελωδικά κροταλίζουν
στο σπίτι του φόβου

12
Ο φόβος είναι η ευφάνταστη μοδίστρα
του σύμπαντος
Ράβει τον κόσμο σφιχτά κι αριστοτεχνικά
με πολύχρωμες μάλλινες κλωστές
τις οποίες κατόπιν ροκανίζει ο σκώρος

Φοβάσαι την αλήθεια;

Όταν η αλήθεια
γίνεται αντιπαθητική
καλύτερος φίλος του ανθρώπου
είναι ο ψεύτης

Τώρα έμεινες μόνος
να χτενίζεις στοργικά
τις ποντικοουρές
των άσπονδων φίλων (σου)

Ένας Γενναίος Νέος Κόσμος ή αλλιώς Η Στειρότητα ενός Τεχνητού Παραδείσου (2)

Με αφορμή το προφητικό έργο του Aldus Huxley «Α Brave New World», κι έχοντας χρησιμοποιήσει σκόπιμα τον ίδιο τίτλο, πριν ένα χρόνο ακριβώς κατέγραψα ενδεικτικά λίγες σκέψεις για την «πορεία» του Νέου Κόσμου σε ένα μακροσκελές ποίημα. Μετά τη βίαιη κατάρρευση του τεχνητού παραδείσου που όλοι σ’ ένα βαθμό βιώσαμε σαν την καλοσερβιρισμένη πραγματικότητα με την καλά στιλβωμένη επιφάνεια, καθρέφτη της ανυπαρξίας της, όλες οι μικρές μεθυστικές ουτοπίες που υπνωτιστικά βούιζαν γύρω μας σήμερα πέφτουν ψόφιες σαν μύγες.
Και ποια είναι η αισιόδοξη προοπτική για την επικείμενη έλευση ενός Γενναίου Νέου Κόσμου, όταν το παρόν αναπαράγοντας απανωτά εξαμβλώματα πνίγεται στο πράσινο τέλμα της διαστροφής του, ενώ το μέλλον διαγράφεται προβληματικό, ασαφές και δαιδαλώδες, κι εμείς χαμένοι σ’ αυτήν την αβέβαιη περιπέτεια, ψηλαφούμε στα τυφλά ο ένας τον άλλον μέσα στο σκοτάδι και την ομίχλη, με πιθανή προσωπική σανίδα σωτηρίας την δημιουργική φυγή μέσα από τις τέχνες και τα γράμματα;
Είναι ο κόσμος που στρουθοκαμηλίζει κρύβοντας το νοσηρό υδροκεφαλισμό του βαθιά στην καυτή άμμο ή είναι ένας κόσμος μαϊμού που φοράει τη μάσκα της μαϊμούς υποστηρίζοντας την απάθεια, την ψευτιά και την υποκρισία του γνωστού τρίπτυχου, δεν βλέπω-δεν ακούω-δεν μιλάω; Πώς μπορεί η τέχνη και δη η ποίηση να διαχειριστεί επάξια την υπερσυσσώρευση του ογκωδέστατου πλέον υλικού της λύπης, της απόγνωσης, της αδικίας, της οργής, της μελαγχολίας και της ταπείνωσης, προσφέροντας ένα έργο μαχητικό, ηρωικό, επαναστατικό και όχι διακοσμητικό, εσωστρεφές και εγωπαθές, όπως συνήθως προκύπτει; Θα μπορέσει ο ποιητής ν’ αντισταθεί στην ευκολία της αναπαραγωγής ανούσιων προϊόντων ομφαλοσκόπησης και να επαναστατήσει μέσα από μια ποίηση που θα αρνηθεί να εγκιβωτιστεί μέσα στο ποίημα, δηλαδή μέσα στο στενό πλαίσιο μιας απλής λογοτεχνικής έκφρασης, αλλά σε μια ποίηση που θα αντλήσει το υλικό της μέσα από την ίδια τη ζωή όπως αυτή άλλοτε ισοπεδωτικά, άλλοτε καταιγιστικά, ενίοτε προκλητικά γύρω του συμβαίνει; Μήπως η στειρότητα των προσωπικών και ομαδικών τεχνητών παραδείσων που σήμερα άλλοι κατέρρευσαν κι άλλοι συνεχίζουν να καταρρέουν πρόλαβε να «μολύνει» ως άγνωστο μεταδοτικό νόσημα ΚΑΙ την Ποίηση; Μήπως ο παγκόσμιος επαναπροσδιορισμός δίνει σήμερα στον ποιητή μια άριστη ευκαιρία να σπάσει τα τοιχώματα του γυάλινου πύργου που τον κρατούσαν έγκλειστο σ’ ένα χώρο αποστειρωμένο, καθορισμένο και περιορισμένο ν’ απελευθερωθεί επιτέλους και ν’ αρχίσει δειλά δειλά να καταγράφει τα σημάδια των καιρών σε μια γόνιμη αποτύπωση που θα ιχνηλατήσουν ενδεχομένως οι ιστορικοί του παρόντος και του μέλλοντος προκειμένου να ερμηνεύσουν το ποιόν αυτού του «Γενναίου Νέου Κόσμου» του 21ου αιώνα και να καταγράψουν: πόσο ψηλό, φουντωτό και γόνιμο ήταν και είναι αυτό το δέντρο; ή πόσο σαθρό, κούφιο και σάπιο; και τι είδους ήταν και είναι τα «φρούτα» που ευδοκιμούσαν επάνω του; αρωματικοί καρποί ή σκουλήκια;

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.