Βορκόλακες

Τελευταία ανάρτηση για το δεκαπενθήμερο φιλοξενίας μου εδώ. Από την πρώτη μέρα σκεφτόμουν την πιθανότητα ανάρτησης ενός ανέκδοτου ποιήματος. Έχει περάσει ενάμισης χρόνος από την έκδοση του μόνου μου βιβλίου, «Φαγιούμ» κι είναι ακόμη νωρίς για καινούριες τυπώσεις. Όμως, ένα νέο βιβλίο εν προόδω γράφεται εδώ και καιρό, μέσα μου, άτακτα σε χαρτιά και προσεκτικά σε οθόνες, με μορφική ομοιομορφία μεταξύ των κομματιών: ένα βιβλίο σε συνέχεια, σπασμένη σε μικροϊστορίες. Με ένα τέτοιο κομμάτι αποχαιρετώ αυτό το ιστολόγιο – ένα ανέκδοτο ποίημα που αφηγείται μία από αυτές τις ιστορίες – με ανεδαφικές ευχές για ιστορίες πάντα και βορκόλακες ποτέ.

Βορκόλακες

 (της ναννάς)

Περιμένουν οι δράκοι να μεστώσεις στα κελλάρια που κρατώ και σε κρατούν τα πιο ακριβά δρύινα βαρέλια. Μπαρίκ θα είναι ο χρόνος, κάθε λεπτό πιο κερδισμένος – μα εγώ σε κατέβασα για βόλτα κι η δροσιά σε μάζεψε κοντά της. Ήθελα να σου δείξω τη σιωπές, τις αποδράσεις των παιδικάτων κι έγινες από τότε, συνέχεια της θερμοκρασίας και στοιχείο. Απο πάνω οι βορκόλακες, που βέβαια δεν ζούν στα σκοτεινά γιατί ποιόν έχουν εκειπέρα να τρομάξουν, αργονυχιάζουν την πόρτα: ακούω τη λήγουσα στο όνομα καθενός τους, χαράζει δικιά της γραμμή. Κάτσε να γίνει πιο τριάντα, που η σοδειά της ήτανε λειψή κι αργεί η παλαίωση λένε, οι αχρείοι, οι φτηνιάρηδες, που καμώνονται πως ξέρουν από τερουάρ. Την βγάζουν βοσκώντας την άλμη, τα ζιζάνια δίπλα στα έλη και τις αλυκές, οι άθλιοι, που να τους μαραθούν οι φολίδες. Η γή τους αφέθηκε απ’την ακαμοσύνη στην εγκατάλειψη, σαν μονογκράντ στην Ουκρανία, όταν φτερούγισε μακρυά ο αρχηγός τους, κι έμεινε η αγριοσύνη τους ακέφαλη –μέχρι και τα πρόβατά τους τρώγαν τό’να τ’άλλο.

Το πρόβλημα είναι πως, η καταπακτή που ανάποδα γύρισε όταν χωθήκαμε να σου δείξω τα βαρέλια, άπειροι τρύγοι πριν, ανοίγει μόνο από έξω: φαντάζομαι  στη ρείθρα της κομμένα χέρια κι αίματα, από τις τιμωρίες της δρακόντειας Μονίμου Επιτροπής στους πιο ανυπόμονους. Οι λοιποί μετράνε τα λεπτά τους αντιστρόφως, κι εσύ πραγματικά ομορφαίνεις κάθε τόσο που σεργιανώ την κάβα, μα δεν ξέρω αν είναι από τη νοσταλγία μου του μέλλοντα που όλο πλησιάζεις, όταν θα ζεις εκεί έξω με δράκοντες και με στοιχειά, σε φως από κρυστάλλους Βοημίας.

Τα παίγνια της ποίησης

Οι αγαπημένοι μου ποιητές πάντα γράφαν (και) ‘για την πλάκα τους’: όπως είχε πει κάποιος, ‘γράφω διότι θέλω να διαβάσω κάτι που μου αρέσει’.  Η έννοια του παιγνίου, που θα έπρεπε να είναι κυρίαρχη σε μια τέχνη που είναι πρώτα από όλα τεχνική (με την έννοια της μαστοριάς) συγκρατημένης γλωσσικής συγκίνησης, έχει συνθλιβεί, υποτιμημένη, κάτω από εγκεφαλογραφήματα «εννοιακής» ποίησης, που ηγεμονικά νέμονται μεγάλο μέρος της συγχρονικής παραγωγής. Θυμάμαι τη συμβουλή φίλου που διάβασε το βιβλίο μου, Φαγιούμ: «ωραίο, αλλά δεν γέλασα… una risata vi seppellirà»… (το οποίο «ένα γέλιο θα σας θάψει», αν δεν κάνω λάθος, είναι παρμένο από λατινική φράση, που χρησιμοποίησε κι ο Μπακούνιν και, πολύ αργότερα,  το κίνημα του ’77 στην ιταλική Αυτονομία). Σκέπτομαι έκτοτε πως χάνεται ο ποιητής-μαστόρι, που τελειοποιεί πριν ανατρέψει: που ξέρει να σκαρώσει ένα άρτιο σονέττο κι έπειτα, μεθοδικά, να το ξεκοκκαλίσει, παρωδώντας τη φόρμα, ενώπιόν μας.  Μια φετιχοποιημένη μορφική γλωσσική υπέρβαση και ένα «βαθύ» μήνυμα (πώς λέμε το «βαθύ κράτος») ορίζουν μεγάλο μέρος της σύγχρονης ποίησης, παραμερίζοντας την οντολογία της γλωσσικής ανατροπής, της τόλμης. Δεν λέω πως τούτη η τάση παράγει κακή ποίηση – το αντίθετο. Αλλά πόση ‘καλή’ ποίηση μπορεί να ανθέξει η γλώσσα αν οροθέτηση του ποιητικού λόγου είναι η τραγικής υφής σοβαρολογία;

Στην πεζογραφία ο όρος αφηγηματικός ναρκισσισμός μάλλον πλαισιώνει αυτό που εννοώ. Σε «εμάς», μικρότερο μαγαζί αλλά με πιο σπάνια (κι αν μου επιτρέπεται: ακριβά) προϊόντα, πώς εννοιολογείται η έλλειψη χιούμορ ως καταστατική διάσταση της ποίησης; Οι ποιητές που αναπαράγουν/-ουμε την αίσθηση πως τα όρια του ποιητικού σύμπαντος σταματούν πριν τα όρια του αστεϊσμού, (που προκρίνουμε τον homo faber αντί του homo ludens) υποσκάπτουμε το δημοκρατικό εποικοδόμημα της ποίησης: της τέχνης που παίρνει τα πιο λαϊκά, δημώδη  εργαλεία (την γλώσσα και τους ρυθμούς της) και τα πάει παραπέρα.

Δεν θα κάνω λίστα των ιστορικά καλών ποιητών που είχαν χιούμορ διότι είναι απλά η πλειοψηφία. Το σατιρικό σχεδίασμα που έξοχα έχουν δουλέψει και βαρύθυμοι ποιητές σαν τον Σεφέρη, έστω ως ‘πάρεργο’, τέρπει και συναρπάζει.  Το ποίημα, νομίζω, περνά ξυστά από τα στενά του χιούμορ, όπου βρίσκει το θαύμα, την υποβολή, την έλλειψη διδακτισμού, την ειρωνεία, την απόλαυση, όλα όσα χτίζουν το μαγικό παράθυρο της γλώσσας που είναι η ποίηση. Κι όλη αυτή η εισαγωγή για να δικαιολογήσω, ιδού, μια ιλαρότητα δική μου, που δεν θα βρει ποτέ το δρόμο προς κάποιο βιβλίο μου, αφιερωμένη στους απανταχού δικηγόρους, κι όσους εξορίστους του επαγγέλματος, όπως ο ταπεινός σας αφηγητής, που λέει κι ο Burgess. Εξ άλλου, αν στο ιστολόγιο δεν δοκιμάζουμε «άλλου» τύπου εκθέσεις (και να εκτιθέμεθα «αλλιώς»), πώς θα κρίνουμε την τόλμη μας; 
Dura lex, sed lex

(εμπροσθία όψις)

Φτάνεις πριν τον ταχυδρόμο – θέμα συνεπείας.
Μάρμαρα στο προαύλιο˙ της γραμματέως
ασορτί ο αστ. κώδιξ και το ντεκολτέ

με αγωγές, που στην οθόνη φορολογίας
μοιάζουν εξαγγελίες˙ πχ μιας τέως
συζύγου αποζημίωση, και στο cafè

(κρυφά) ο αριθμός της, στο κινητό.
Αλλά κι από αλλού χαμόγελα, για
εξώδικα που σώσανε χωράφια, φρά-

χτες που ως αύριο, -‘για το κοινό καλό’-
μετατοπίζονται˙ άδειες… από πλάγια
ή μετωπικά, ασφάλειες:  κι άλλα μαγικά.

Όσο να γείρεις σε συντάξιμα χαρτιά
έχεις ανδρώσει μια φιλόλογο κι έναν γιατρό
κι από τον Σύλλογο δρέπει τιμές η άγια

Κυρία των γραμμάτων: στην βεγγέρα, το ποτό
ιδρώνει στην παλάμη. «Είπαμε, τα δικηγορικά
άφησέ τα μια στιγμούλα στο γραφείο».

Η μέρα ανάλαφρη- με υπογραφές- περνά
από το εξοχικό στο υποθηκοφυλακείο.
Πίσω στην πόλη, οι τράπεζες στήνουν εκτελεστικό.
  ————————–
(οπισθία όψις)

Φράχτες γύρω στο προαύλιο˙ η οθόνη
απαγγέλλει κρίση στην αγορά του καφέ.
Ένα κείμενο από τον τιμημένο Σύλλογο

μετατοπίζει τις συντάξεις στην αγχόνη.
Φόροι για το εξοχικό˙ την φωτό ενός ντεκολτέ
σού καδράρει η Κυρία για επίλογο.

Στο κινητό: η πρεκάρια κόρη, που τέλειωσε
Φιλολογία, μετά από ένα (στη νιοστή) ποτό,
ιδρώνει ανασφάλιστη στο νοσοκομείο.

Με μια παλάμη το τιμόνι: την έλιωσε
– την βρήκαν σε χωράφια – πλαγιομετωπικό.
Είπαμε: «βασκανία εχθρών στο υποθηκοφυλακείο».

Υπογραφές… Γυρνώντας στο γραφείο: γράμματα.
(Τουλάχιστον, ανδρειωμένη η μικρή, είχε άγιο.
Απόδειξη πως φτάνουν οι καλές αγωγές-

όχι σαν τον γιατρό, που γύρευε άλλα πράματα.
…Τράβηξε αμίλητος κείνο το βράδυ στο μουράγιο.
Η νεκροψία -όλο κώδικες…- έδειξε τραύμα διαμπερές).

Γράμματα, λοιπόν. Ο ΟΤΕ υπεραύξησε το πάγιο.
Η τέως θέλει ηθική αποζημίωση για χτες.
(Κι έξω απ΄τις τράπεζες, στήνονται οδοφράγματα).

Ποιητές πριν το βιβλίο 3: Στέργιος Μήτας

Ο τρίτος «ποιητής πριν το βιβλίο» που γνωρίζω είναι ο Στέργιος Μήτας. Στην περίπτωσή του, η ανάρτηση αποκτά διττή σημασία: η ποίησή του δεν είναι απλά εισέτι άβιβλη (όπως των Σιώζιου και Μάρβιν) αλλά κι ανέκδοτη. Μπροστά στη δημοσιοποίηση της δημιουργικής δουλειάς του, ο ποιητής δείχνει την επιμέλεια του «πυροτεχνουργού». Ο Μήτας, γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1980, δεν έχει δημοσιεύσει ποίημα ως σήμερα, αν και σωρεία μεταφράσεών του (από τα γαλλικά) κοσμούν λογοτεχνικά περιοδικά εδώ και χρόνια. Το λογοτεχνικά δοκίμιά του είναι καλοδουλεμένα και παιγνιώδη, με την ειρωνεία και το χιούμορ να κυριαρχούν. Ο μίτος που αδιόρατα συνδέει τα ποιήματα που ανθολογούνται εδώ, απηχεί αυτά τα στοιχεία, νομίζω, όσο το φελλινικό κλίμα συνομιλεί με τη μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας. Η υπεραξία χορεύει ριμαρισμένα βήματα με τους ήρωες του τσίρκου: ο Μήτας είναι μάστορας ποιητής, κι όταν, σύντομα, οι προφορικές του ιστορίες τυπωθούν, ο ρυθμός της γραφής του θα στομώσει το «ποθητό του ανθολόγου νυστέρι» που άκομψα επέλεξα να κρατάω εγώ σήμερα.  

 

 

 

 

 

Του Πιερρότου και της Εσταυρωμένης

 

Μπαντίνα του τρόμου σε μια τοσοδούλα

σειρά παιδικών βιμπραφόν.

Περίγραμμα αθώων μορφών

σταυρωμένων στη ράμπα. Ταμπούρλα

 

πενθούν την Εσταυρωμένη του Τσίρκου.

Εσύ εκτοξεύεις μια δέσμη

μαχαίρια. Κι όπως της λες «μη

μου τρέμεις» το στόχο τους βρίσκουν.

 

Πάντα θα ‘ναι έτσι: η ράμπα αναιτίως

φωτίζει. Τα πλήθη ασμένως

ριγούν. Πιερρότε, αστείος

λαβώνεσαι –γέρνεις θλιμμένος.

 

 

 

 

 

 

 

 Μισθός, αξία, κέρδος

 

Αλλόγλωσσες οι μέρες, όμοιες, όπως τα πλήκτρα

γραφομηχανής. Γράφουν μηχανικά: την καλύπτρα

τους υφαίνουν. Η μέρα μετανάστρια: ιδρώνει αμισθί.

Δεν αναμένει επισκέψεις. Μόνο (ίσως) τον κομιστή:

μιας νέας ημέρας. Όμως, του ιδρώτα σου το θειάφι

κάποια νυκτερινή αλχημεία: το τρέπει σε χρυσάφι.

Ποιητές πριν το βιβλίο 2: Παυλίνα Μάρβιν

Σήμερα προσκεκλημένη η Παυλίνα Μάρβιν. Η Μάρβιν γεννήθηκε το 1987, μεγάλωσε στην Ερμούπολη, σταθερό μέλος της ομάδας του  Τεφλόν (όπως κι η Δανάη Σιώζιου) κι απόδειξη άλλη μία πως γυναικεία γραφή μπορεί να μην υπάρχει ως κατηγορία (προσωπικά το εύχομαι) αλλά λαμπρές νέες ποιήτριες υπάρχουν.
Ανθολογώ μόνο ένα ποίημά της, διότι ανοίγει νομίζω μια κουβέντα γύρω από την ποιητική, αλλάζoντας πρόσημο και μετατοπίζοντας το βάρος του υποκειμένου στην ιστορική «αφήγηση». Έμφυλα γράφουμε όλοι, κυρίως εκείνοι που το κάνουμε ασύνειδα, αλλ’ο φεμινισμός της Anna Ebeler κερδίζει με την ανάδρομη ιστορική του συνειδητότητα και την βιτριολική του διακωμώδηση: στις γυναίκες ποιήτριες συχνά ανθεί το χιούμορ. Πέρα από την μεγάλη αφήγηση του αρσενικοκεντρικού ιστορισμού, που εκδιπλώνεται με όρους τραγικότητας (μία Ιστορία-αποτέλεσμα πράξεων των «μεγάλων ανδρών»), κάποιες γραφές αναδεικνύουν αναστοχαστικά, δίνοντας φωνές στο μικρο-ιστορικό πεδίο, την φαιδρότητα, κι ακόμη την ιλαρότητα του ιστορικού γεγονότος. «Με φλογισμένα χείλη πιες γονατιστός, απ’το ποτάμι που το λένε γεγονός» λέει ο Μαγιακόφσκυ, μα η αφήγηση μήπως είναι μόνιμα, στεντόρεια έμφυλη; Μήπως να ακούμε τις χαχανιστές «μικρές» φωνές της ιστορίας πέρα από τα Ποτέμκιν; Με έναν φουκοϊκό τρόπο, η Μάρβιν σε αυτές τις φωνές δίνει φωνή, και το σκώμμα της Ιστορίας αναγράφεται διπλό με το «σχόλιο σε ποίημα» που ακολουθεί τον μονόλογο της Ebeler.

Απολογία της Anna Ebeler στην Αυγούστα, Ιανουάριος 1669*

Εγώ εξόντωσα τους Εβραίους,
εγώ σκότωσα τους Κούρδους,
εγώ γάμησα μικρά παιδιά ενώ με παρακαλούσαν να τα λυπηθώ,
 όλοι εγκατέλειψαν το πάρτυ εξαιτίας μου.

Sarah Κane, 4.48 psychosis
                                                                                                                   
Στους απολογούμενους παντός καιρού
και στον καθηγητή μου, Κώστα Γαγανάκη

Θα σας μιλήσω, τώρα, κύριε δικαστά
για όσα βρέφη έκανα βραστά
την κατηγόρια όλη κτήμα μου θα κάνω
πεθαίνω από χαρά που θα πεθάνω

γιατί, χρόνια πολλά «φτωχή και στείρα
κι αγάμητη» να λένε «η κακομοίρα» .
και σκέφτηκα: τον πόνο θα γελάσω
τον Σατανά μονάχα γκόμενο σαν πιάσω

στα sabbath. της μάγισσας να πάρω την αξία,
Χάρο να σέρνω, maleficium, βασκανία-
αφού, έτσι κι αλλιώς, λάμια και βρώμα
με ξόρκια θα σας στέλνω εγώ στο στρώμα.

Κι όσο για το αίμα, τώρα, κύριε δικαστά
που φρέσκο, ανάμεσα στα μπούτια μου κυλάει,
ολόδικό σου τρέχει κατά γης. Απ’τα παιδιά σου

κάποτε που με ρεζιλεύαν γελαστά
τα σκάρτα, κανένα πλέον δεν χαζογελάει.
Στα αίματά μου να πνιγείς, σειρά σου.

* Tον Ιανουάριο του 1669, οι αρχές της γερμανικής πόλης της Αυγούστας  συνέλαβαν την Anna Ebeler για το φόνο μιας λεχώνας. Καθώς τα νέα διαδόθηκαν στην κοινότητα, οι κατηγορίες για  φόνο εναντίον της Ebeler πληθύναν: Κάποια γυναίκα ισχυρίσθηκε ότι  είχε δηλητηριάσει το παιδί της, με αποτέλεσμα να αφυδατωθεί το δέρμα του. κάποιο άλλο παιδί αδυνατούσε να θηλάσει από τη μητέρα του, με αποτέλεσμα να πεθάνει από ασιτία ενώ, σε ένα τρίτο σπίτι, το σώμα ενός νηπίου γέμισε από φοβερά εκζέματα, τα οποία και του κόστισαν τελικά τη ζωή. Σε όλες τις περιπτώσεις, η Ebeler είχε προσληφθεί  στο σπίτι σαν αποκλειστική υπηρέτρια στον τοκετό και, μετά, στη γυναικεία κρεβατοκάμαρα. Η Ebeler ανακρίθηκε έξη φορές και ομολόγησε τα εγκλήματα της τη δεύτερη, υπό την απειλή βασανιστηρίων. Στις 23 Μαρτίου του 1669, εκτελέσθηκε με αποκεφαλισμό και το σώμα της ρίχθηκε στην πυρά. ήταν 67 ετών.

Ποιητές πριν το βιβλίο 1: Δανάη Σιώζιου

Η ποίηση δεν μετριέται με τις χαρτόνινες ράχες όπου κάποια μηχανή τύπωσε, στα σκοτεινά, ένα ονοματεπώνυμο. Οι ογδόντα εκδομένοι τόμοι του Ρίτσου, ο ένας πάνω στον άλλον, και το ποτέ εκδομένο βιβλίο του Καβάφη κοιτάζονται στα μάτια, κι η αμετροέπεια τα χαμηλώνει μπρος στη σύνεση. Για τούτο, ορισμένοι από τους πιο γερούς νέους ποιητές είναι εισέτι εκτός προθηκών. Δεν βιάζονται, κι  ήδη υποβάλλει αυτός ο αργός ρυθμός τους, υπόσχεται ανάδυση δέντρων της γλώσσας αυτοφυών, με κάποιους από τους καρπούς τους ωριμασμένους, ήδη πριν κι ανεξάρτητα από το εκδοτικό φώς.

Σήμερα και για τρεις μέρες ακόμη, θα εκμεταλλευθώ τον ιστοχώρο για την προβολή αυτού που είναι η πιο αγαπημένη μου ποιητική «δουλειά»: η ανακάλυψη του Άλλου. Να είναι κανείς ποιητής σημαίνει (και) να έχει συνομιλητές: καμιά φορά μάλιστα να τους μεταγράφει ή να απευθύνεται σε αυτούς ως τους γνωστούς-άγνωστους, ιδανικούς αναγνώστες της ποίησης. Γι’ αυτό, στη σειρά αυτή θα ανθολογήσω δύο-τρεις από τους αγαπημένους μου άβιβλους ποιητές. Η σειρά παρουσίασης ορίστηκε με κλήρο και παραχωρήθηκε προτεραιότητα στους νεότερους, καθότι αι δημοκρατικαί διαδικασίαι υπήρξαν διαβλητές: ψήφισαν και τα δέντρα (το οποίο βέβαια δεν είναι πάντα κακό στην ποίηση).

Την τιμητική έχει σήμερα η Δανάη Σιώζιου. Γεννημένη το 1987, μέλος της συντακτικής ομάδας του ρηξικέλευθου Τεφλόν, έχει δημοσιεύσει ποίηση και μετάφραση (από τα αγγλικά και τα γερμανικά). Γράφει συχνά για λεωφορεία, τραίνα, ποταμόπλοια, ελέφαντες και χρησιμοποιεί λογής λογής μέσα ‘μεταφοράς’ και παραφοράς, ενώ εξειδικεύεται σε χρήσιμα παιδικά παιχνίδια. Στοίχος: παρόντα ποιήματα τρία, σταχυολογημένα. Απουσιολόγιο για πολλαπλάσια ισάξια τους, σκόρπια σε συρτάρια και περιοδικά, που ίσως σύντομα βρουν το δρόμο τους σε βιβλίο.

ΤΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ

Χρόνια όσα και τα δικά μου
κεντούσε η γιαγιά μου
δαντέλα  ολόλευκη
στο γάμο μου να τη φορέσω
και τώρα που στο τέλος πλησιάζει
παίρνει σιγά σιγά
κι αθόρυβα να τη χαλά
θα φτιάξει, μου λέει, άλλα μοτίβα
πιο όμορφα και τυχερά
κι όλο ξηλώνει και ξαναράβει
το φυλαχτό της ενάντια στο χρόνο.

ALICE IN DAMAGELAND
 
Προσπερνώντας
θα επιβιώσω
της ζωής
μου
Καθώς επίσης παίζοντας:
τραμπάλα, κρυφτό, τυφλόμυγα
κυνηγητό
και άλλα
 
χρήσιμα παιδικά παιχνίδια.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ

Το παλιό παραθαλάσσιο σπίτι στέκει, συντηρημένο απ’το αλάτι, ακόμη.
Στα θεμέλια του η παλίρροια φεύγει επιστρέφει
κύματα κύματα αισθήσεις χρόνων παλιών και
μη χαμένων.
————Στο φως αυτής της λάμπας η μάνα μας κεντούσε, τα δάκρυα της σκάγανε στο πάτωμα, κάτω απ’τα ξύλινα σανίδια φουσκώνανε οι θάλασσες της ψυχής της. Συχνά ξεβράζονταν κογχύλια, κούτσουρα και πετραδάκια̇ καμιά φορά κάτω απ’τα έπιπλα και τα κρεβάτια μας ανακαλύπταμε σωρούς από φύκια, τα μαγείρευε ο πατέρας κάθε Κυριακή και τρώγαμε όλη η οικογένεια μαζεμένη.
———–Δες, αυτή τη σκάλα ανεβοκατέβαινε ο παππούς, ώσπου πέθανε, και κανείς δεν τόλμησε να τη μετακινήσει. Ύστερα, η γιαγιά μας, μελαγχόλησε βαθιά, περνούσε τις περισσότερες μέρες στο κρεβάτι. Μονάχα κάθε Σάββατο σηκωνότανε, έβγαζε το αρχαίο νυφικό απ’τη ντουλάπα, το φόραγε και στεκόταν πλάι στην πόρτα περιμένοντας.
————Καλύτερα λοιπόν αυτό το χώμα παρά τότε
——————————————-που είχαμε τη θάλασσα στο πλευρό μας.
————————————–Καλύτερα αυτός ο άνεμος, καλύτερα

 

Αλεσάντρε Ο’Νήλ & Γουίλλιαμ Τζέυ Σμίθ

Αλεσάντρε Ο’Νήλ
ζιγκ-ζαγκ
Η τάξη στην επίθεση. Οκτώβρης˙ δεκαεφτά.
Σοβιέτ και ηλεκτρισμός. Η ποιητική
η ίδια, κι αυτή σοβιέτ. Μα πλέον ποιά
του Βιργίλιου ψάχνεις αρχαία μετρική;

Την Ιστορία  δεν φτιάχνεις στην ευθεία˙
πέρασε ο αιώνας του μεγάλου ζιγκ-ζάγκ.
Ο ποιητής το είπε: «μας απόμεινε η μία
βάρκα του Έρωτα. Κι επιστολές απ΄τα γκουλάγκ».

Σκορπίσανε το ρόδο και η γραμματική-
κι από τα σοβιέτ πια δεν έμεινε ούτε μνήμα˙
στης γραφειοκρατίας το δάσος χάθηκ’ η ψυχή.

Συνομώτες του απίθανου: δώστ’ ένα σήμα.
Δώστε μου το ρόδο πάλι απ΄ την αρχή.
(Στο όνειρο θα έχασα του γυρισμού το νήμα)
Ο Alexandre O’Neill (1924-1986) είναι Πορτογάλος ποιητής και συγγραφέας που υπήρξε κεντρική, όσο και ρηξικέλευθη φιγούρα στα εκδοτικά και λογοτεχνικά πράγματα της χώρας του έως τον θάνατό του στη δεκαετία του ’80. Το σκωπτικό, παιγνιώδες, συχνά κυνικό του ύφος ανέταμε με την διεισδυτικότητα και το πεσσιμιστικό του χιούμορ τον πορτογαλικό συντηρητισμό, και μάλιστα στο συγκείμενο του σαλαζαρισμού. Το παρόν (ίσως) αναφέρεται (και) στην κομμουνιστική Επανάσταση των Γαρυφάλλων του ‘75. Η μετάφραση από τα πορτογαλικά.
Γουίλλιαμ Τζέυ Σμίθ

άγριος Αμερικανός

Δείτε τον: τ’ όμορφό του κολλάρο πόσο τον βολεύει
τα ψηλά του τακούνια, το καπέλο χωνί˙
έτσι ωραίος μονάχα ο Μπαμπάς μου μπορεί,
τον Μπαμπά μου αγαπώ όσο εκείνος το δολλάριο λατρεύει.

Η αυτόματη πόρτα χτυπά κι ο ήχος ακούγεται αστεία –
προβάλλει εκεί: τα πόδια σε χρυσάφι υγρό βουτηγμένα˙
στις τσέπες του πλήθος λεφτά –πόσο καλοδιπλωμένα–
γαλάζια στέκουν τα χείλη του, τα χέρια του κρύα.

Κρέμεται στο διάδρομο, απ’ τη μαύρη γραβάτα σαλεύει,
λιγοθυμούν οι κυρίες κι ένα παιδάκι κραυγάζει
ο Μπαμπάκας μου είναι – μόνο αυτός έτσι μοιάζει
και τον Μπαμπάκα αγαπώ όσο εκείνος το δολλάριο λατρεύει.
Ο William Jay Smith γεννήθηκε το 1918 στη Λουϊζιάνα των ΗΠΑ. Η ποιητική του είναι σε πρώτο επίπεδο όσο «συμβατική» υπήρξε και η ζωή του: σχεδόν θεσμική. Η εμμονή του στη ρίμα όμως κρύβει συχνά αφηγηματικές εκπλήξεις, όπως στο παρόν ποίημα. Η μετάφραση από τα αγγλικά.

η Ίκο και τα σκυλιά

Η ιαπώνισσα που ζούσε καιρό ερωμένη του συγκάτοικού μου Ιβάν, εσώκλειστη σχεδόν στην πηχτή ατμόσφαιρα του δωμάτιού του, ήταν η πρώτη που μου ενστάλλαξε αυτή την καχυποψία για τους σκύλους, για τις τόσες χιλιετηρίδες εξημέρωσης που φαίνονται να πάνε στράφι. Όπως ήταν εύθραυστη, μικρόσωμη και με ενστικτώδικα αργή περπατησιά, φοβόμουν πάντα όταν ο Ιβάν πήγαινε κατά την πατρίδα του και σε μιαν ακόμη πόλη, με πτήσεις που δεν καταλάβαινα πότε και γιατί έφευγαν. (Χρόνια αργότερα, μετά το ατύχημα και τα ταχύρρυθμα μαθήματα ρωσικής από μιαν άλλη εσώκλειστη, που άλλη ιστορία αυτή, έμαθα και το πραγματικό κίνητρο όλων τούτων των μετακινήσεων, ξεψαχνίζοντας τα σκονισμένα ημερολόγια του.)

Η Ίκο (έτσι νομίζω την λέγανε, θυμάμαι κάθε άλλη λεπτομέρεια αλλά το όνομα θολώνει) ένιωθα να συνδέεται με αόρατες γραμμές με την πάμπ της γειτονιάς, στο σταυροδρόμι. Ακολουθούσε πάντα την ίδια πορεία την αλκοολική της δίψα, γραπωμένη στο μπράτσο μου, θυμίζοντας κατατονικό ή τυφλό. Όταν την κάθιζα όμως –σχεδόν πάντα στην ίδια μεριά- κι έπαιρνε και τη δεύτερη γκίνεςς («που κάνει καλό στα αιματολογικάॱ λόγω σιδήρου», επαναλάμβανε), το χρυσάνθεμο του αστραφτερού μυαλού της άνθιζε μπροστά μου, και τα εντός μου σημειωματάρια κατέγραφαν. Η γλώσσα της –σπαστά, εναργή όμως αγγλικά με κωμικά πομπώδεις φιοριτούρες– ήταν ανθρώπου που επικοινωνούσε περισσότερο με αυτόχειρες νεαρούς του περασμένου αιώνα που έγραφαν για υδρίες, παρά με απολυμένο υπάλληλο στην πόλη του Footsie.

Σε όλη την πορεία για την πάμπ πάντα μονολογούσε για τα σκυλιά της γειτονιάς με εμμονικό, ακατάληπτο ρυθμό – στην αρχή το θέμα μου φαίνονταν γελοίο: οι Τόρηδες, η ανεργία που μας έδερνε, οι σύντομες μέρες, νά: αυτά μάλιστα, θέματα που είχα να μοιραστώ. Με τριβέλιζε η σκέψη ότι μας έδενε μια κοινή εξάρτηση από τον Ιβάν κι από την παμπ, κι αυτό το τρίγωνο, με εμάς στριμωγμένους σε μία από τις γωνίες του μού κεντούσε τον εγκέφαλο σταυροβελονιά: χωρίς άλλους φίλους, αναρωτιόμουν τί θα έμενε από αυτή την επαφή. Τα σκυλιά στο σταυροδρόμι ήταν κάποτε καχεκτικά, ψωριάρικα κι άλλοτε γέρικες πρώην κοκκέτες: χαμένα κορμιά. Ήταν, στην στάσιμη τεμπέλικη ζωντάνια τους, τα μόνα ζωντανά που εμβόλιμα κάθε απόγευμα κάποια Αοράτη Χειρ πετούσε στην φτηνή κάρτ ποστάλ που ήταν η γειτονιά μας. Στην εναλλαγή των δρόμων φαίνονταν να αλλάζουν βάρδιες κι έπιαναν τις τέσσερες γωνιές σαν ακροβολισμένοι σνάιπερ ή όπως οι μαλωμένοι για κληρονομικά. Ούτε τα αυτοκίνητα δεν μοιάζαν πιο προσαρμοσμένα στο τοπίο απ’ τα δυστυχισμένα τους σαρκία.

Για να φτάσουμε στην πάμπ έπρεπε να περάσουμε δίπλα από δύο τουλάχιστον τέτοια σκυλιά- κι άρα το αίνιγμα της μέρας όσο πλησιάζαμε στο σταυροδρόμι ήταν από πού θα διασταυρώναμε. Η Ίκο είχε –μέσα από τα γυαλάκια της- αναπτύξει μίαν αίσθηση για την πορεία αυτή. Διάλεγε πάντα την γραμμή με τα πιο άγρια σκυλιά, σαν για μιαν άσκηση σε καθημερινό vivere pericolosamente: το επιούσιό της στοίχημα.

Ποτέ δεν ήταν πιο διαυγής μια σκέψη όσο εκείνη της χωρίς όρους παράδοσης στην μαγνητική της ορμή, όσο με τραβούσε, σχεδόν ξυστά από βρεγμένα τριχώματα, προς την μπυραρία. Μόνο μετά το ατύχημα και το σκόρπισμα σε τρεις άλλες πόλεις, χρόνια μετά, οπότε και βρέθηκα με τα τετράδιά τους υπό μάλης, έμαθα πόσο πονούσε η Ίκο από τόση απάθεια των σκύλων για τη μυρωδιά της, πόσο η απόλυτη έλλειψη εμμήνου κύκλου της είχε κοστίσει εκείνη την μουντή μυρωδιά που μόνο οι σκύλοι πιάνουν, και πόσο η αυτοεικόνα της βεβαιωνόταν όχι με τα φλέρτ που της απηύθηνα όταν τρεκλίζαμε από το σταυροδρόμι προς το σπίτι όσο όταν κατεβαίναμε, κι οι σκύλοι –όπως ο Ιβάν, με τις τρεις του πόλεις και τις πτήσεις του– αδιαφορούσαν για την θηλυκότητά της, πνίγοντας κάθε υποψία γαβγίσματος, απορημένοι για τις απιονισμένες της οσμές.

Πυρομαχικά ποιήματα

Να ξεκινήσω (με υποτακτική έγκλιση…) τις αναρτήσεις μου με τρεις παραδοχές: όχι θέσφατα ή αξιώματα μη ανοιχτά στην κριτική -στα μαθηματικά εξάλλου, ίσα που περνούσα την τάξη. Κι η πρώτη παραδοχή θα ήταν να πούμε πως ποίηση είναι αυτό που δεν λέγεται αλλιώς: πώς θα δώσεις την περίληψη ενός ποιήματος, αν όχι μνημονεύοντας το άγαλμα των στίχων όπως ακριβώς τους έγραψες; Η δεύτερη θα ήταν πως στο δημόσιο λόγο μιλάς πολιτικά, θέλοντας και μη. Μια τρίτη και τελευταία, λέει, εταστικά, πως αν ζητάς από τον λογοτέχνη να μιλήσει -εξωλογοτεχνιστί- με αναλυτική δύναμη και πολιτική δυναμική, ζήτω που κάηκες κι εσύ και το πολιτικό κι ο λογοτέχνης. Αν ξεκινά η ερώτηση με το «σεις, άνθρωπος του πνεύματος, τι λέτε για το Χ, (πχ Μνημόνιο)», καταλήγει η κουβέντα στα μεμψίμοιρα της «δύσκολης εποχής»… κι ο Καρυωτάκης με το δηλητηριώδες χιούμορ του καγχάζει, στο βάθος:

Κι αν πειναλέοι γυρνάμε ολημερίς,
κι αν ξενυχτούμε κάτου απ΄ τα γεφύρια,
επέσαμε θύματα εξιλαστήρια
του «περιβάλλοντος», της «εποχής».

Γι’ αυτό τον λόγο, ο πολιτικός λόγος του ποιητή είναι στην ποίησή του, κι όχι στις απόψεις που δημόσια εκφέρει – περισσεύουν τούτες, από παντού. Με το βήμα που μου δόθηκε εδώ, το πρώτο βήμα που επιλέγω είναι πέντε κομμάτια που έγραψα διαμιάς καιρό πριν, και που μιλάνε μόνα τους, καλύτερα από μένα.

 [ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΥΡΟΜΑΧΙΚΑ]

*

Όποια πέτρα κι άν σηκώσω

Σε βρίσκω από κάτω.

Μάλλον θα υπήρξες από παντού

Λιθοβολημένη.

*

Σε πυροβόλησαν στον ώμο. Αλλ’η σφαίρα ήταν

εκρηκτική και σε σχεδόν καθαρεύουσα, όπως στα

μυθιστορήματα του Ιουλίου Βέρν – «χωρίς σπίρτο ή ύσκα»-

κι έτσι κατέρρευσε μαζί ολόκληρη η σελίδα, ακούγοντας δε

σκίσιμο από χαρτί ο αναγνώστης, γύρισε κι απέφυγε.

*

Η φωνή του ποιητή, ασώματη:

Συνδεδεμένη στην μεταλλική ηχογράφηση

Χωρίς οργανικό ηχοσύστημα,

Ολόισια απ’του Κάλβου τo ασύρματο λαρύγγι.

*

Marfin blues, 5-5-2010

Περάσαμε στην άλλη διάσταση

Κοιτάμε το δικό μας χέρι, πάλι

Δευτερόλεπτα μόλις μπροστά, κουρδισμένο

Μας δίνει την σκυτάλη

(Ίσα που το αγγίζουμε): Απανθρακωμένο

Από άλλη γη αυτή η επανάσταση

Μπαλάντα για τους συνοριοφύλακες

Εκείνος κάθησε ολόκληρος, βαρύς, και σήκωσε το

χέρι να καλέσει πίσω από τον πάγκο το γνωστό

κορίτσι. Ένιωθε, γυρνά και λέει στον σύντροφό του,

σαν ξαφνικά από μέσα νά’βγε ένα ζώο που είχα ξεχάσει νηστικό

για μέρες – με αρπάζει και μου ψιθυρίζω: «άκουσέ το»:

(Σιώπησε. Έριξε μια ματιά στο μαγαζί, στο διάκοσμό του)-

«το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το»,

άκουσα να μου λέει. Η κρύα υφή στο δέρμα από μπουκάλι,

τον έκοψε. Κοιτά τριγύρω: ξεδοντιάρικα χαμόγελα. Η πρώτη

γύρα Amstel κερασμένη, κάν’ η γκαρσόνα, κάπως μηχανικά.

Κάθεται πάνω σε στοίβα ρούχα ματωμένα. Εκείνος άρπαξε το

μανίκι απ’το κορίτσι. Οι τέσσερείς τους τώρα. Έξω, κρότοι

και φωνές ακούγονται απ’το χιόνι ησυχασμένα, επαναληπτικά:

«Το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το».

Εκείνος έκλεισε το μάτι (το καλό του) στον κόσμο ολογύρα,

να δείξει πως όλοι (έξω και μέσα) σαν Εκείνον μοιάζουνε.

Ο σύντροφός του θυμήθηκε τη λάσπη, το αίμα: «τίναξέ το,

τίναξέ το». Δεν μίλαγε. Μετά πήρε να σκέφτεται πώς έπαιξε το

Άρσεναλ-Μίλαν. Η γκαρσόνα έσυρε απ’το μπαρ μια γύρα

ακόμη. Ο άλλος (ο τέταρτος), δεν είχε αγγίξει διόλου μπύρα,

θυμόταν μόνο πότε άκουσε πρώτη φορά να κράζουνε

«Το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το».

Κι εκεί είχε μείνει. Τέταρτος. Ξαναχιονισμένα μίλια εμπρός του.

Τα ρούχα του συνέχισαν, μέσα στη λάσπη, μέσα στο αίμα,

μ’ Εκείνον, με τον σύντροφο, την Άρσεναλ, το βλέμμα

νηστικού ζώου που ψιθύρισε, πατώντας το λαιμό του,

«Το συρματόπλεγμα πιο πάνω ανέβασέ το».

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.